This blog has reached the end of Thanks all friends for all the years we have traveled in the world of music together. Goodbye!!!

Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2017

Γιωργος Μπατης (Giorgos Mpatis) - συλλογή (collection)

Yiorgos Batis (Greek: Γιώργος Μπάτης, also Giorgos Batis) (1885 – 10 March 1967) was one of the first rebetes influential to rebetikomusic. His real name was Yiorgos Tsoros although he was known as Yiorgos Ampatis. He had a great love for music and musical instruments (bouzouki, baglamas, etc.).
Life and career

He was born in Methana in 1885 and moved to Piraeus when he was very young.

He served in the Greek army from 1912 to 1918. In the mid-1920s, he opened a music school called "Carmen". He opened a café named "Georges Baté" in 1931 and formed one of the most important scenes of rebetiko music. He continued to work as a quack-salesman, improvising drugs for painful teeth and other minor ailments. He kept a collection of many instruments and also used to name them. In 1933, Yiorgos Batis did his first sound-recording with bouzouki in Greece. In the 1930s, he dedicated himself solely to music and collaborated closely with, among others, Markos Vamvakaris in the rebetiko band ("kompania") called I Tetras i Xakousti tou Peiraios (Η τετράς η ξακουστή του Πειραιώς) --the Famous Quartet of Pireos. However, it did not light up the charts. He appeared in Alekos Sakelariou's film "Oi papatzides (Οι παπατζήδες)" (1954). He died in Piraeus on March 10, 1967.

Γιώργος Μπάτης

Ο Γιώργος Μπάτης (πραγματικό όνομα: Γιώργος Τσώρος, 1885 - 10 Μαρτίου 1967), γνωστός και ως Γιώργος Αμπάτης, ήταν Έλληνας μουσικός. Ήταν ένας από τους πρώτους και σημαντικότερους μουσικούς του ρεμπέτικου καθώς επίσης και γνωστός μάγκας του Πειραιά. Είχε μεγάλη αγάπη για τη μουσική και διατηρούσε σημαντική συλλογή μουσικών οργάνων. Είχε πέντε μπουζούκια, δύο μπαγλαμάδες, ένα μισομπούζουκο, μια κιθάρα και μια ρομβία-λατέρνα.
Βιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε το 1885 στα Παλαιά Λουτρά του δήμου Μεθάνων και σε ηλικία 8 ετών μετακόμισε οικογενειακώς στον Πειραιά.

Στα μέσα της δεκαετίας του ΄20 άνοιξε χoροδιδασκαλείο το οποίο ονομαζόταν «Κάρμεν». Εργάστηκε ακόμη ως πωλητής αυτοσχέδιων φαρμάκων κατά του πονόδοντου, περιπλανώμενος οδοντογιατρός, μικροπωλητής και ενεχυροδανειστής. Το 1931άνοιξε ένα καφενείο, το «Ζώρζ Μπατέ», το οποίο αποτέλεσε ένα από τα λίκνα του ρεμπέτικου. Στο καφενείο του σύχναζε και ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης.

Την δεκαετία του ΄30 ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μουσική και συνεργάστηκε στενά, με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστο Δελιά στη ρεμπέτικη κομπανία «Η τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Το 1933 ο Γιώργος Μπάτης κάνει τις πρώτες ηχογραφήσεις με μπουζούκι στην Ελλάδα. Ωστόσο δεν άφησε μεγάλη δισκογραφία (μόλις 17 τραγούδια), διότι όπως και πολλοί άλλοι μεγάλοι ρεμπέτες της εποχής (Βαγγέλης Παπάζογλου, Ανέστος Δελιάς, Γιοβάν Τσαούς κ.α.) σταμάτησε να ηχογραφεί το 1937 επειδή αρνούνταν να υποβάλλεται στην λογοκρισία από το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά.

Πέθανε στις 10 Μαρτίου το 1967 και θάφτηκε αγκαλιά με τον αγαπημένο του μπαγλαμά, όπως ο ίδιος είχε ζητήσει.



Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

Tom Waits – Heartattack & Vine

01.- Tom Waits - Hearattack and vine
02.- Tom Waits - In shades
03.- Tom Waits - Saving all my love for you
04.- Tom Waits - Downtown
05.- Tom Waits - Jersey girl
06.- Tom Waits - 'Til the money runs out
07.- Tom Waits - On the nickel
08.- Tom Waits - Mr Siegal
09.- Tom Waits - Ruby's arms


Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Kawir - Exilasmos (2017)

Therthonax (a.k.a. Mentor) formed the band and with the help of Stefan Necroabyssious and Eskarth the Dark One recorded a track which was released as a split 7" with Sigh by Cacophonous Records rec.
Drummer Nikos Samakouris (aka Vriareos) joined and "To Cavirs" mini-LP was recorded in '95, and later released the "To Cavirs" CD, which had 3 extra tracks. Participated on the 1997 tribute to Bathory CD ''Hellas Salutes the Vikings'' with the song ''Sadist'', which is the only recording with Iapetos 666 on vocals so far.
In 2013 the band played a live gig for their 20th anniversary in Athens (Kyttaro Club). Ravenlord Wampyri Draconium and Acherontas v.p.9 did guest vocals on this show.

In 1999 Therthonax and Diavelgenus a.k.a. Archemoros changed their names.

The band name can be seen also as ΚΑΒΕΙΡΟΣ due to its Greek spelling. In 2007 Mentor created a folk project named ΚΑΒΕΙΡΟΣ.

In Greek mythology, the Cabeiri, Cabiri or Kabiri[1][pronunciation?] (Ancient Greek: Κάβειροι, Kábeiroi) were a group of enigmatic chthonicdeities. They were worshiped in a mystery cult closely associated with that of Hephaestus, centered in the north Aegean islands of Lemnosand possibly Samothrace—at the Samothrace temple complex—and at Thebes.[2] In their distant origins the Cabeiri and the Samothracian gods may include pre-Greek elements,[3] or other non-Greek elements, such as Hittite, Thracian, proto-Etruscan[4] or Phrygian. The Lemniancult was always local to Lemnos, but the Samothracian mystery cult spread rapidly throughout the Greek world during the Hellenistic period, eventually initiating Romans.

The ancient sources disagree about whether the deities of Samothrace were Cabeiri or not; and the accounts of the two cults differ in detail. But the two islands are close to each other, at the northern end of the Aegean, and the cults are at least similar, and neither fits easily into the Olympic pantheon: the Cabeiri were given a mythic genealogy as sons of Hephaestus and Cabeiro.[5] The accounts of the Samothracian gods, whose names were secret, differ in the number and sexes of the gods: usually between two and four, some of either sex. The number of Cabeiri also varies, with some accounts citing four (often a pair of males and a pair of females), and some even more, such as a tribe or whole race of Cabeiri, often presented as all male.[6]

The Cabeiri were also worshipped at other sites in the vicinity, including Seuthopolis in Thrace and various sites in Asia Minor. According to Strabo, Cabeiri are most honored in Imbros and Lemnos but also in other cities too


In myth, the Cabeiri bear many similarities to other fabulous races, such as the Telchines of Rhodes, the Cyclopes, the Dactyls, the Korybantes, and the Kuretes. These different groups were often confused or identified with one another since many of them, like the Cyclopes and Telchines, were also associated with metallurgy.

Diodorus Siculus said of the Cabeiri that they were Idaioi dactyloi ("Idaian Dactyls"). The Idaian Dactyls were a race of divine beings associated with the Mother Goddess and with Mount Ida, a mountain in Phrygia sacred to the goddess. Hesychius of Alexandria wrote that the Cabeiri were karkinoi ("crabs", in modern Greek: "Καβούρια", kavouria). The Cabeiri as Karkinoi were apparently thought of as amphibious beings (again recalling the Telchines). They had pincers instead of hands, which they used as tongs (Greek: karkina) in metalworking.

It has been suggested by Comyns Beaumont[21] that the Orphic mysteries may have had their origins with the Cabeiri.


1. Lykaon 06:13
2. Oedipus 06:44
3. Tantalus 06:41
4. Thyestia Deipna 06:03
5. Agamemnon 07:45
6. Orestes 07:39


Οι Κάβειροι
(ή Κάβιροι στη Βοιωτία) ήταν θεότητες αρχαίας Ελληνικής μυστηριακής λατρείας η οποία πρωτοεμφανίζεται στη Λήμνο, την Ίμβρο, τη Σαμοθράκη και τη Θήβα (ή πιο συγκεκριμένα, αρχικά τουλάχιστον, σε περιοχή της Βοιωτίας λίγο δυτικά της Θήβας) αλλά αργότερα επεκτείνεται και αλλού (Μικρά Ασία, Μακεδονία, Θράκη, υπόλοιπο Αιγαίο).


Οι Κάβειροι συχνά, ήδη από την αρχαιότητα, ταυτίζονται και με τους "Μεγάλους Θεούς" των Μυστηρίων της Σαμοθράκης. Θεωρούνταν γενικώς κακοποιά πνεύματα, κακοί δαίμονες που από τα βάθη της γης και από το βυθό της μητέρας τους της θάλασσας εξακόντιζαν φωτιά και τράνταζαν τη γη. Σε αυτούς αποδιδόταν οι σεισμοί και οι πυρκαγιές. Επίσης ήταν κοντοί στο ύψος, είχαν μεγάλα γεννητικά όργανα και ήταν υπερφυσικά πνεύματα που εκπροσωπούσαν την υπόγεια φωτιά και τις μεταλλευτικές εργασίες. Ο Ηρόδοτος ισχυρίζεται πως ήταν γιοι του Ήφαιστου και πως του αντικαθιστούσαν τους χαλκουργούς Κύκλωπες. Ο Φερεκύδης προσθέτει ότι μητέρα τους ήταν η Καβείρη, κόρη του Πρωτέα. Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ήταν παιδιά του Δία και της Ηλέκτρας, δηλαδή της φωτεινής φλόγας.

Ενώ ο Βίκερ και ο Μάρεϋ δέχονται πως το όνομα είναι ελληνικό και προέρχεται από το ρήμα καίω, πολλοί εξακολουθούν να θεωρούν την προέλευσή τους άγνωστη, πιθανώς μη ελληνική και συχνά έχουν διατυπωθεί θεωρίες προελληνικής[1][2] ή ανατολικής[3] προέλευσης: το όνομα Κάβειρος, σύμφωνα με τον Γκρόουτ, προέρχεται από το σημιτικό καβιρίμ"ισχυρός, μεγάλος, δυνατός".

Οι Κάβειροι της Θήβας αναφέρονται σε αφιερωματικές επιγραφές ως "Κάβιρος" και "Παις" (γιος του Κάβιρου). Σύμφωνα με τον Παυσανία, η Καβείρια Δήμητρα ξεκίνησε τις τελετές των Καβείρων της Θήβας ως δώρο προς τον Προμηθέα, ο οποίος ήταν ένας από τους Κάβειρους και το γιο του, τον Αιτναίο.[4] Ο ίδιος αναφέρει αλλού πως ο Αθηναίος Μέθαπος, αφού επανοργάνωσε τα μυστήρια στην Ανδανία της Μεσσηνίας, ίδρυσε τα μυστήρια των Καβείρων της Θήβας.[5]

Για τους Κάβειρους της Λήμνου ο Ακουσίλαος αναφέρει ότι ο Ήφαιστος και η θεά Καβειρώ γέννησαν τον Καδμίλο (ή Κασμίλο ή Κάμιλλο), ο οποίος γέννησε τους τρεις Κάβειρους, που με τη σειρά τους γέννησαν τρεις Καβειρίδες νύμφες.[6] Το σύμβολο των τριών Λήμνιων Καβείρων ήταν η λαβίδα και το σφυρί του μεταλλουργού.

Μεγάλοι Θεοί της Σαμοθράκης

Στο ιερό των Μεγάλων Θεών στη Σαμοθράκη οι "Θεοί Μεγάλοι" ή "Θεοί" δεν αναφέρονται ποτέ ως Κάβειροι, ωστόσο ο Στησίμβροτος ο Θάσιος[7] και ο Ηρόδοτος (ο οποίος έμμεσα αναφέρει ότι ήταν μύστης ο ίδιος) [8] ταυτίζουν τους δύο. Ο περιηγητής Μνασέας δίνει τα ονόματά τους ως Αξίερος, Αξιόκερσα και Αξιόκερσος, τους οποίους ταυτίζει αντίστοιχα με τους Δήμητρα, Περσεφόνη και Άδη ενώ ο σχολιαστής του Μνασέα προσθέτει ένα τέταρτο, το Καδμίλο τον οποίο ταυτίζει με τον Ερμή.[9]

Στα Αργοναυτικά του Απολλώνιου Ρόδιου, οι Αργοναύτες αποβιβάζονται στη Σαμοθράκη και μυώνται στα μυστήρια ώστε να πλεύσουν με ασφάλεια υπό την προστασία των Καβείρων

Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017

Sabbath Assembly - Rites of Passage (2017)


01 Shadows Revenge
02 Angels Trumpets
03 I Must Be Gone
04 Does Love Die
05 Twilight of God
06 Seven Sermons to the Dead
07 The Bride of Darkness


Κυριακή 17 Δεκεμβρίου 2017

Crystal Viper - Metal Nation (2009)

Crystal Viper is a Polish heavy metal band founded in 2003 by singer and guitarist Marta Gabriel. During first three years CRYSTAL VIPER was a project featuring Marta Gabriel and other musicians, with whom she recorded bunch of demo and rehearsal tapes, compilation tracks, and with whom she played several local live shows.


1. Breaking the Curse 01:44 instrumental
2. Metal Nation 04:04 Show lyrics
3. Bringer of the Light 04:42 Show lyrics
4. 1428 04:13 Show lyrics
5. The Anvil of Hate 03:49 Show lyrics
6. Zombie Lust (Flesh Eaters) 04:41 Show lyrics
7. Her Crimson Tears 05:40 Show lyrics
8. Legions of Truth 04:55 Show lyrics
9. Gladiator, Die by the Blade 06:18 Show lyrics
10. Agents of Steel (Agent Steel cover) 03:30 Show lyrics



Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017

1000mods - Repeated Exposure To (2016)

1000mods is a stoner rock band from Chiliomodi, Greece, formed in 2006.[1] The name of the group is a pun linked to the village in which they were formed, as "a thousand" is pronounced "chillia" in Greek. Their main music influences include bands such as Black Sabbath, Colour Haze, Kyuss and MC5.
“… high sound levels (more than 80 decibels) might cause permanent impairment of hearing”, is actually the rest of the phrase that completes the title of the latest 1000mods album. With their third full-length, Repeated Exposure To…, Greece’s 1000mods affirm their place at the head of the pack of European heavy rock and roll. I mean that without qualification. Not just Greek heavy, but Europe as a whole.

1. Above
2. Loose 
3. Electric Carve 
4. The Son 
5. A.W. 
6. On a Stone 
7. Groundhog Day
8. Into the Spell



Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

Nazareth - Close Enough For Rock 'n' Roll (1976)

 Nazareth are a Scottish hard rock band formed in 1968, that had several hits in the United Kingdom, as well as in several other West European countries in the early 1970s, and established an international audience with their 1975 album Hair of the Dog, which featured their hits "Hair of the Dog" and a cover of the ballad "Love Hurts". The band continues to record and tour.



Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

The Godz - Nothing is Sacred (1979)

The Godz' second album, "Nothing Is Sacred", was released in 1979 with very little label support. Truly one of the greatest of ignored albums of all time, The Godz' Nothing Is Sacred is one of the best from it's era of late 70's pure rock and roll. Everything about it oozes the trademarks of what made American bands of that time so important, and provided the missing link between all out success and total obscurity.
The addon songs from their second LP Nothing Is Sacred doesn't have the same driving rock sound as the debut, but is still a solid add with Hey Mama and I Just Want To Go Home. I highly recommend this for anyone wanting to Rock to the best the late 70's had to offer.


01 -- Gotta Muv 
02 -- Festyvul Seasun 
03 -- Rock Yer Sox Auf 
04 -- I'll Bi Yer Luv 
05 -- Luv Kage 
06 -- He' A Fool 
07 -- 714
08 -- Hey Mama 
09 -- Snakin' 
10 -- I Don't Wanna Go Home 

Glen Cataline Drums, Vocals 
Mark Chatfield Guitar, Vocals
 Bob Hill Guitar, Keyboards, Vocals 
Eric Moore Bass, Producer, Vocals 
Neal Teeman Enginee


Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2017

Agnes Buen Garnas - Draumkvedet - [1984 NOR]

Agnes Buen Garnås (born 23 October 1946) is a Norwegian folk singer from the county of Telemark. She comes from a famous musical family from the town of Jondal, and is known particularly for her singing of ancient unaccompanied Norwegian ballads, as well as her updated arrangements of these songs in collaboration with the Norwegian saxophonist Jan Garbarek on the ECM album Rosensfole.


Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017

Jess and the Ancient Ones - The Horse and Other Weird Tales (2017)


1. Death Is The Doors 03:33
2.Shining 03:16
3. Your Exploding Heads 02:13
4. You And Eyes 07:01
5. Radio Aquarius 01:54
6. Return to Hallucinate 02:28
7. (Here Comes) The Rainbow Mouth03:31
8. Minotaure 02:33
9. Anyway The Minds Flow 07:57



Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

American Blues - Is Here (1968)

American Blues were an American 1960s Texas-based garage rock band, who played a psychedelic style of blues rock music influenced by the 13th Floor Elevators. They are most notable for including two future members of the band ZZ Top in their ranks, Dusty Hill and Frank Beard.[1] From 1966 to 1968, they played the Dallas-Fort Worth-Houston circuit and headlined in three clubs all called "The Cellar", in Dallas at clubs such as "The Walrus" on Mockingbird Lane, and in Houston at "Love Street Light Circus Feel Good Machine" on Allen's Landing, as late as 1968.

Around 1968 the band (the two Hill brothers and Beard) decided to leave the Dallas–Fort Worth area, relocating to Houston. At this time, however, guitarist Rocky Hill wanted to focus on "straight blues", while his brother Dusty wanted the band to rock more. Rocky left the band, and the remaining two members joined the recently formed ZZ Top.

Rocky Hill continued to tour around Texas, and elsewhere, becoming one of a number of guitarists well-known within the state for their blues guitar prowess, such as Rocky Athis and Charlie Sexton. In this role, his playing in Austin was said[by whom?] to have been an influence on guitarist Stevie Ray Vaughan's formative years, as well. He sometimes referred to himself as "The Anti-Clapton", and one writer with the Houston Press called Rocky "perhaps the wildest and scariest – both onstage and off – of all the Texas white-boy blues guitarists

Track listing

"If I Were a Carpenter"
"All I Saw Was You"
"She'll Be Mine"
"Fugue for Lady Cheriff"
"It's Gone"
"Keep My Heart in a Rage"
"Mercury Blues"
"Melted Like Snow"


Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017


                                                       Δυο κόσμοι διαφορετικοί

Η πράξη της - παράνομη κι οπωσδήποτε κατακριτέα - από κείνες που, ουσιαστικά δεν αφήνουν καν ίχνος στο ποινικό μητρώο. Η ευθιξία της, όμως, υπερβολική, την οδήγησε στην αυτοκτονία.
Η 34χρονη Ζωή Τάχα από τη Λάρισα, εργαζόταν ως καθαρίστρια σε ιδιωτικό συνεργείο καθαρισμού στο πολυκατάστημα "Κόντινεντ". Το βράδυ, μετά τη δουλιά, σε μια σακούλα που κουβαλούσαν μαζί με μια συναδέλφισσά της, οι υπεύθυνοι ασφαλείας του πολυκαταστήματος βρήκαν μερικά ψώνια - αξίας μόλις 60.000 δραχμών - που δεν είχαν πληρωθεί. Κρατήθηκε, όλη τη νύχτα στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρισας και την επόμενη θα οδηγούνταν στον εισαγγελέα.
Η Ζωή ένιωθε ντροπή. "Πο πο πο ρεζιλίκι!", έλεγε συνεχώς στη συναδέλφισσά της. Δεν είχε ξανααπασχολήσει την αστυνομία. Και τώρα... κρατούμενη, δακτυλικά αποτυπώματα, εισαγγελέας.
Οι τύψεις για την πράξη της να πληγώνουν την ψυχή, να θολώνουν το μυαλό. Και ξαφνικά, όρμησε στο ανοιχτό παράθυρο. Ρίχτηκε από τον τέταρτο όροφο του κτιρίου της Αστυνομίας στο κενό. Και βρήκε το θάνατο. Πίσω της άφησε τον σύζυγο και τρία ανήλικα παιδιά.
Εκλεψε, ναι. Ποιος ξέρει τι κίνησε το χέρι της; Ισως η κακιά ώρα, ίσως η ανέχεια. Μα, για 60.000 δραχμές - αναρωτιούνται πολλοί - είναι δυνατόν να φτάσει, ένας άνθρωπος, στην αυτοκτονία; Ναι, υπάρχουν άνθρωποι με ευθιξία στη μουντή εποχή μας. Βεβαίως, υπερβολική ευθιξία, στην περίπτωση της Ζωής. Και, εν πολλοίς, ακατανόητη.
Αυτοί είναι, συνήθως, οι φτωχοί άνθρωποι, που, μερικές φορές, αναγκάζονται να κλέψουν μικροπράγματα, που τους λείπουν και δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να τ' αγοράσουν.
Αυτών η συνείδηση εξεγείρεται όταν, μια παρόρμηση της στιγμής, τους βγάζει από τον τίμιο δρόμο της ζωής τους.
Η Ζωή πέταξε τη ζωή της διότι θεώρησε ότι επλήγη καίρια η αξιοπρέπειά της. Οπωσδήποτε, ακραία η ενέργειά της, που εξηγείται μεν, αλλά επ' ουδενί δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Σκέφτεται, όμως, κανείς πόσοι και ποιοι σε τούτη τη χώρα ζουν αποκλειστικά από κλεψιές - και μάλιστα δισεκατομμυρίων - κι όχι μόνο δεν αυτοκτονούν από ντροπή και ευθιξία, αλλά επαίρονται για τις πράξεις τους και ίστανται στην κορυφή της οικονομικής, πολιτικής, αλλά και της κοινωνικής πυραμίδας.
Πρωθυπουργοί, υπουργοί κατηγορήθηκαν για μεγάλες κλεψιές και συνέχισαν να κατέχουν ύψιστα αξιώματα. Βιομήχανοι, εφοπλιστές, μεγαλέμποροι κλέβουν καθημερινά το δημόσιο πλούτο, τους εργαζόμενους, το λαό κι εντούτοις απολαμβάνουν της αναγνώρισης και της αρωγής των κυβερνήσεων και του κράτους.
Η Ζωή Τάχα δεν ήταν ούτε πρωθυπουργός, ούτε βιομήχανος. Ηταν μια απλή, ταπεινή καθαρίστρια. Με κοινωνική συνείδηση τιμιότητας. Και στο πρώτο, αναπάντεχο και μικρό παράπτωμα έναντι της τιμιότητάς της, η υπερβολική ευθιξία της τη σκότωσε.
Δυο κόσμοι - αυτός των ισχυρών του χρήματος και της εξουσίας κι εκείνος των εργαζομένων - εντελώς διαφορετικοί. Ο πρώτος έχει ως σύμβουλό του την κλεψιά. Για τον δεύτερο η κλεψιά - ακόμα και ως σπάνια εξαίρεση μιας τίμιας ζωής - αποτελεί όνειδος...

Παύλος ΡΙΖΑΡΓΙΩΤΗΣ  (πηγή ριζοσπάστης)

Το γκρουπ ''Ζωή Τάχα'' δημιουργήθηκε στα μέσα του 2012 στο Αιγάλεω, λίγο καιρό μετά από το τέλος της πορείας του γκρουπ ''Ωχρά Σπειροχαίτη'' (δες εδώ: ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ), καθώς κάποια από τα μέλη του, όπως ο τραγουδιστής, αποτελούν και μέλη του νέου γκρουπ.

Το όνομα του γκρουπ προέρχεται από την 34χρονη Ζωή Τάχα από τη Λάρισα, η οποία εργαζόταν ως καθαρίστρια σε ιδιωτικό συνεργείο καθαρισμού, και λόγο κάποιας μικροκλοπής όρμησε στο ανοιχτό παράθυρο από τον τέταρτο όροφο του κτιρίου της Αστυνομίας στο κενό όπου και βρήκε το θάνατο.
1. Πρόκληση (Παλαιστινιακό)
2. Υβριστική ωδή
3. Αν
4. Το φίδι και η τρύπα
5. Για μια ελευθερία
6. Ύμνος στον θεό
7. Ο Μιχαλιός
8. Ορισμός
9. Στους συντρόφους
10. Πειρατικό

Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2017

Jethro Tull - Heavy Horses (1978)

Heavy Horses is the eleventh studio album by British progressive rock band Jethro Tull, released on 10 April 1978. It is considered the second album in a trilogy of folk-rock albums by Jethro Tull, although folk music's influence is evident on a great number of Jethro Tull releases. The album abandons much of the folk lyrical content typical of the previous studio album, Songs from the Wood (1977), in exchange for a more realist perspective on the changing world - as a clear mention to the title track, the album is dedicated to the "indigenous working ponies and horses of Great Britain". Likewise, the band sound is harder and tighter. The third album in the folk-rock trilogy is Stormwatch (1979).


1. "...And the Mouse Police Never Sleeps" 3:11
2. "Acres Wild" 3:22
3. "No Lullaby" 7:55
4. "Moths" 3:24
5. "Journeyman" 3:55
6. "Rover" (The 2003 remastered CD includes alternate mix of the track) 4:17
7. "One Brown Mouse" 3:21
8. "Heavy Horses" 8:58
9. "Weathercock"4:02



Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

Def Leppard - Pyromania-1983

Def Leppard are an English rock band formed in 1977 in Sheffield as part of the new wave of British heavy metal movement. Since 1992, the band has consisted of Joe Elliott (lead vocals), Rick Savage (bass, backing vocals), Rick Allen (drums), Phil Collen (lead and rhythm guitar, backing vocals), and Vivian Campbell (rhythm and lead guitar, backing vocals). This is the band's longest lasting line-up.

Pyromania is the third studio album by English rock band Def Leppard, released on 20 January 1983. The first album to feature guitarist Phil Collen who replaced founding member Pete Willis, Pyromania was produced by Robert John "Mutt" Lange. The album was a shift away from the band's heavy metal roots towards more radio-friendly glam rock and hard rock, finding massive mainstream success. Pyromania charted at No. 2 on the Billboard 200,[5] No. 4 on the Canadian RPM Album chart and No. 18 on the UK Albums Chart[6] selling over ten million copies in the US, thus being certified diamond by the RIAA


1. "Rock! Rock! (Till You Drop)" Steve Clark, Rick Savage, Mutt Lange, Joe Elliott 3:52
2. "Photograph" Clark, Pete Willis, Savage, Lange, Elliott 4:12
3. "Stagefright" Savage, Elliott, Lange 3:46
4. "Too Late for Love" Clark, Lange, Willis, Savage, Elliott 4:30
5. "Die Hard the Hunter" Lange, Clark, Savage, Elliott 6:17

Side two
6. "Foolin'" Clark, Lange, Elliott 4:32
7. "Rock of Ages" Clark, Lange, Elliott 4:09
8. "Comin' Under Fire" Lange, Clark, Willis, Elliott 4:20
9. "Action! Not Words" Lange, Clark, Elliott 3:49
10. "Billy's Got a Gun"



Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

Will-O-The-Wisp-Ceremony Of Innocence (2004)

Will-O-The-Wisp biography
Will-O-the-Wisp is a band that comes from Athens, Greece. They were formed in 1997 as a sextet (guitar, bass, drums, flute, keyboards and vocals) and play Progressive Rock featuring a signifcant psychedelic orientation. Their music very much resembles the sound of the bands of the '70's, especially those of Camel and Caravan. Their lyrics are in English and balancing between fantasy and reality.

On 1st of January 1999 they released their first self titled album on CD digipack and 180gr vinyl with a beautiful double cover. This first record is an excellent example of how a band can play nice melodic Progressive Rock in our days. On the cover of this record writes 'this record is dedicated to the new born child and J.R.R Tolkien'. With the beautiful 'Elbereth' there's also featured a song inspired from the world of Tolkien. The album gained positive reviews from the Greek music press, and it was characterised as 'Album of the Month' twice.

On January 2001 they released their second album with the title 'Second Sight'. Again in a very beautiful digipack (book size) CD, and a limited edition of 230gr vinyl record with a double cover (800 copies). Although they maintained the same style in their music, this records compositions are a bit weaker in comparison with their first record. But the production is better, and it succeeded a few sales in Europe. In March 2002 they released a single including Billie Holiday's cover version of 'God Bless The Child', again in limited edition.

While the band was working on their 3rd album, they set up their own music company Wow Records, and under its label they released their new record 'Ceremony Of Innocence'. This album had the best production of all three, and it was released as digipack CD with a triple cover, and on limited edition vinyl (800 copies) with a triple cover as well. 2005 saw a line-up change and they continued as a quartet.

February 2007 they released their 4th album 'A Gift In Your Dreams'. Again a very expensive production. The CD is at a book size pack with hard cover and a 20 pages booklet. The vinyl record is again limited edition (800 copies) with a double cover. Here their sound has changed, as the band seemed to find a new approach to their music style.

(The Jester)
A masterpiece of psych/prog rock (vinyl rip) Year:
 Costas Pagonas : bass 
Nikos Manousopoulos : drums 
Agelos Gerakitis : vocals 
Takis Barbagotas : guitars 
Sofia Rapti : vocals 
Nikos Halikias : flute


Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Paul Roland - A Cabinet Of Curiosities-1987


Paul Roland
(born 6 September 1959 in Kent, England), is a singer-songwriter, author, journalist and paranormal researcher.

Since the release of his first (shared) single "Oscar Automobile" in 1979, Roland has been spinning his tales against a backdrop of gothic rock, psychedelic pop, folk and, occasionally, baroque strings. His character creations include a Regency magistrate, various 19th Century murderers, a retired executioner, an opium addict, and an entire court of medieval grotesques.

Paul has been called "the male Kate Bush" by one-time label-mate Robyn Hitchcock, and "The Lord Byron of Rock" by influential French music magazine Les Inrockuptibles.[citation needed]

“Paul Roland has remained a cherished figure on the gothic rock and psychedelic pop periphery for 30 years…a treasury of detail and eloquence…Roland's impeccable narratives (and) formal, baroque instrumentation…creates the antiquated yet timeless ambience his songs deserve" (Marco Rossi, Record Collector, May 2010).


01 Madhouse
02 Wyndham Hill
03 Jumbee
04 Gary Gilmore's Eyes
05 Burn
06 Stranger Than Strange
07 Walter The Occultist
08 Demon In A Glass Case
09 Green Glass Violins
10 Berlin
11 Cairo
12 Madame Guillotine
13 Madeleine
14 Gabrielle
15 Happy Families



Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2017

Μπιθικώτσης Γρηγόρης -Τα Αυθεντικά

Grigoris Bithikotsis (Greek Γρηγόρης Μπιθικώτσης, pronounced [ɣriˈɣoris biθiˈkot͜sis]; December 11, 1922 - April 7, 2005) was a popular Greek folk singer/songwriter with a career spanning five decades.

Bithikotsis was born in Peristeri, Athens, in 1922 to a poor family. He became interested in music at an early age, and acquired a bouzouki as soon as he was able. At first, he had to hide the instrument at a friend's house and practice in secret, as his father disapproved of the new rembetiko style that had captured his son's interest.

He met composer Mikis Theodorakis in 1959 and the two collaborated producing folk songs. Bithikotsis composed over 80 songs, including: Stu Belami to ouzeri and Toy Votanikou o magas. He possessed a rich singing voice with which he performed his own compositions and those of Theodorakis, who frequently chose his friend Grigoris to perform his masterpieces. The two contributed greatly to the then-emerging laika style of Greek music.

A leftist, he was exiled to the island of Makronisos in the 1950s during the reign of King Paul.

Throughout his life, Bithikotsis performed frequent concerts at numerous venues, including one in Athens upon the occasion of his eightieth birthday. He died in Athens, in 2005, following three months of hospitalization. His funeral was attended by thousands, including representatives of all the Greek political parties.





Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

Frank Zapp a- Hot Rats (1969)

Hot Rats is the second solo album by Frank Zappa. It was released in October 1969. Five of the six songs are instrumental; the other, "Willie the Pimp", features vocals by Captain Beefheart. It was Zappa's first recording project after the dissolution of the original Mothers of Invention. In his original sleeve notes Zappa described the album as "a movie for your ears".

Because Hot Rats largely consists of instrumental jazz-influenced compositions with extensive soloing, the music sounds very different from earlier Zappa albums, which featured satirical vocal performances with extensive use of musique concrète and editing. Multi-instrumentalist Ian Underwood is the only member of the Mothers to appear on the album and was the primary musical collaborator. Other featured musicians were bassists Max Bennett and Shuggie Otis; drummers John Guerin, Paul Humphrey and Ron Selico; and electric violinists Don "Sugarcane" Harris and Jean-Luc Ponty.

This was the first Frank Zappa album recorded on 16-track equipment and one of the first albums to use this technology. Machines with 16 individual tracks allow for much more flexibility in multi-tracking and overdubbing than the professional 4 and 8-track reel-to-reel tape recorders that were standard in 1969.

Zappa dedicated the album to his newborn son, Dweezil. In February 2009, Dweezil's tribute band to his father, Zappa Plays Zappa, won a Grammy for Best Rock Instrumental Performance for their rendition of "Peaches en Regalia"

In the Q & Mojo Classic Special Edition Pink Floyd & The Story of Prog Rock, the album came number 13 in its list of "40 Cosmic Rock Albums".It was also included in the book 1001 Albums You Must Hear Before You Die.

1 - Peaches En Regalia
2 - Willie the Pimp 
3 - Son of Mr Green Genes 
4 - Little Umbrellas 
5 - The Gumbo Variation
6 - It Must be a Camel



Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

Running Wild -Pile of Skulls 1992

Pile of Skulls is the seventh studio album by Running Wild, released in 1992. It is their last album with guitarist Axel Morgan. It is the first album almost completely dominated by songwriting from band leader Rolf Kasparek but remains a fan favourite. The album has sold over 350,000 copies worldwide.

The song "Jennings' Revenge" tells about the exploits of pirate Henry Jennings.

The lyrics of "Treasure Island" are based on the book of the same title by 19th century author Robert Louis Stevenson.


Track listing

Music and lyrics written by Rolf Kasparek and Axel Morgan except where noted
Side A
1. "Whirlwind" 4:52
2. "Sinister Eyes" 5:06
3. "Black Wings of Death" 5:17
4. "Fistful of Dynamite" 4:06
5. "Roaring Thunder" 5:56

Side B
6. "Pile of Skulls" 4:39
7. "Lead or Gold" 5:06
8. "Jennings' Revenge" 4:17
9. "Treasure Island" 11:14

Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

Virgin Steele -Noble Savage 1985

Virgin Steele is an American heavy metal band from New York City, originally formed in 1981.

The band released a few career highlights albums (Noble Savage, The Marriage of Heaven and Hell Part I, The Marriage of Heaven and Hell Part II and Invictus). In recent years, they have enriched their sound with elements of musical theatre, progressive and symphonic metal, developing and writing projects such as the Metal Opera "The House of Atreus" (based on Oresteia and the Greek myth related to the Atreides) in 1999/2000 and the soundtrack for an imaginary movie Visions of Eden (A Barbaric Romantic Movie of the Mind) aka "The Lilith Project" (based on the Sumerian legend of Lilith) in 2006.

Noble Savage is the third studio album of the American heavy metal band Virgin Steele, released in 1985 by Cobra Records. The album was reissued in 1997 on CD by Noise Records with six bonus tracks. The remastered edition of 2008 by Dockyard 1 added two other extra tracks. In May 2011, the album was reissued once more by Steamhammer Records, a subsidiary of SPV with the same track list as the 1997 release, but with an added bonus CD containing 13 additional tracks.[5]

Before the recording of Noble Savage, original guitarist Jack Starr resigned from the band and was replaced by Edward Pursino, an old friend of DeFeis, whose guitar playing immediately fit very well with Virgin Steele's music and style. Pursino's contribution came also in the form of new musical ideas and compositions, and he is still a mainstay in Virgin Steele's line-up. The band's frontman David DeFeis considers this album one of the most important in the history of the band.[6]

Noble Savage was the first album where the band was completely satisfied with its music and sound. It is also the first album on which the current musical style of the band is fully manifested, containing grandiose compositions with multi-layered keyboard sound and more sophisticated arrangements. Noble Savage has become one of the most popular Virgin Steele albums and it includes the songs "We Rule the Night" and "Noble Savage", which the band still plays in concert.

Track listing

All lyrics written by David DeFeis.
Side one
1. "We Rule the Night" DeFeis, Edward Pursino 5:40
2. "I'm on Fire" DeFeis, Pursino 3:56
3. "Thy Kingdom Come" DeFeis 3:41
4. "Image of a Faun at Twilight" (instrumental) DeFeis 1:16
5. "Noble Savage" DeFeis 7:30

Side two
6. "Fight Tooth and Nail" DeFeis 3:32
7. "The Evil in Her Eyes" DeFeis, Pursino 4:44
8. "Rock Me" DeFeis, Pursino 3:38
9. "Don't Close Your Eyes" DeFeis 5:07
10. "The Angel of Light" DeFeis 7:00



Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017

Yngwie Malmsteen - Odyssey (1988)

Yngwie Johan Malmsteen (/ˈɪŋveɪ ˈmɑːlmstiːn/ ING-vay MAHLM-steen; born Lars Johan Yngve Lannerbäck; 30 June 1963) is a Swedish guitarist and bandleader. Malmsteen first became known in the 1980s for his neoclassical metal playing style in heavy metal. In 2009, Time magazine rated Malmsteen as among the 10 greatest electric guitar players of all time.

Odyssey is the fourth studio album by guitarist Yngwie Malmsteen, released on 8 April 1988 through Polydor Records. The album reached No. 40 on the US Billboard 200 and remained on that chart for eighteen weeks as well as reaching the top 50 in five other countries.As of 2017 it remains Malmsteen's highest-charting release on the Billboard 200.

Track listing

All lyrics written by Joe Lynn Turner; all music composed by Yngwie Malmsteen.
1. "Rising Force" 4:24
2. "Hold On" 5:12
3. "Heaven Tonight" 4:07
4. "Dreaming (Tell Me)" 5:22
5. "Bite the Bullet" (instrumental) 1:35
6. "Riot in the Dungeons" 4:26
7. "Deja Vu" 4:17
8. "Crystal Ball" 4:56
9. "Now Is the Time" 4:34
10. "Faster than the Speed of Light" 4:30
11. "Krakatau" (instrumental) 6:06
12. "Memories" (instrumental) 1:14



Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017

Renaissance - Scheherazade And Other Stories (U.k. 1975)

Renaissance are an English progressive rock band, best known for their 1978 UK top 10 hit "Northern Lights" and progressive rock classics like "Carpet of the Sun", "Mother Russia", and "Ashes Are Burning". They developed a unique sound, combining a female lead vocal with a fusion of classical, folk, rock, and jazz influences.[1] Characteristic elements of the Renaissance sound are Annie Haslam's wide vocal range, prominent piano accompaniment, orchestral arrangements, vocal harmonies, acoustic guitar, bass guitar, synthesiser, and versatile drum work. The band created a significant following in the northeast United States in the 70s, and that region remains their strongest fan base.



Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017

Manfred Mann's Earthband - 1974 Solar Fire


01 Father Of Day, Father Of Night
02 In The Beginning, Darkness
03 Pluto The Dog
04 Solar Fire
05 Saturn, Lord Of The Ring  Mercury, The Winged Messenger
06 Earth, The Circle Part 2
07 Earth, The Circle Part 1



Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017

Ρεμπέτικα - Του Άδη Και Του Χάρου (1931-1950)

1.Γλυκοβραδιάζει κι ο ντουνιάς-Χατζηχρήστος Απόστολος
2.Μες της Πεντέλης τα βουνά-Παγιουμτζής Στράτος
3.Μανές νεβά τσιφτετέλι-Ατραΐδης Δημήτρης
4.Μάνα με μαχαιρώσανε-Βαμβακάρης Μάρκος
5.Ο χάροςΣτέργιου- Δημήτρης Μπέμπης
6.Η μόνη μου παρηγοριά-Κηρομύτης Στέλιος
7.Μάνα μου δίωξε τους γιατρούς-Αμπατζή Ρίτα
8.Μινόρε μανές-Παγιουμτζής Στράτος
9.Κακούργα πεθεράΔιαμαντίδης -Αντώνης ή Νταλγκάς
10.Η μανούλα-Χατζηχρήστος Απόστολος
11.Τα νιάτα μου δεν χάρηκα-Μαγκίδου Βιργινία
12.Η αμαρτωλή-Καλούμενος Σταύρος
13.Γιώργο μου φαρμακώθηκα-Εσκενάζυ Ρόζα
14.Λιώνει το κορμί μου λιώνει-Περπινιάδης Στελλάκης
15.Σαν πεθάνω-Ρούκουνας Κώστας
16.Ο Πίκινος-Ρούκουνας Κώστας
17.Στα πεύκα και στα έλατα-Μοσχονάς Οδυσσέας
18.Αγιάτρευτος καημός-Εσκενάζυ Ρόζα



Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

D.R. Hooker - The Truth (Legendary U.s. Psychedelia 1972)

"Finally a CD reissue of one of the rarest US psych LPs.
The Truth, recorded in Connecticut in 1972, might very well be the ultimate North American acid rock album ever.No hype here, just incredible talented music. Everything is absolute perfection, the wailing fuzz guitarthe psychy arrangements, his awesome voice, layers of instruments and well-crafted songs.One of those LPs that keeps revealing new depths even when you've played it a hundred times.True psychedelia. This reissue is officially licensed from the artist.This CD edition contains 6 bonus tracks not on the LP."


Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

Jeff Healy Band-The Very Best Of JHB (1988)

Norman Jeffrey "Jeff" Healey (March 25, 1966 – March 2, 2008) was a Canadian jazz and blues-rock vocalist, guitarist, and songwriter who attained musical and personal popularity, particularly in the 1980s and 1990s. He hit Number 5 on the U.S. Billboard Hot 100 chart with "Angel Eyes" and reached the Top 10 in Canada with the songs "I Think I Love You Too Much" and "How Long Can a Man Be Strong".



Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2017

Caladan Brood - Echoes Of Battle - 2013

The band name is taken from an eponymous warlord in Steven Erikson's Malazan Book of the Fallen fantasy novels.


City of Azure Fire
Echoes of Battle 
Wild Autumn Wind
To Walk the Ashes of Dead Empires
A Voice Born of Stone and Dust
Book of the Fallen 
Passing of the Grey Company (Summoning Cover) 
Marching Homewards (Summoning Cover)



Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017


Old Blood is a group from Anglès (Girona), founded in 2005 by Draco (vocals, guitar), who composed all the music and lyrics. The same year Aeterna joined the group, as a bass. In 2006, drummer joined Wotanwolf training, but left the band next year, for health reasons. In 2007 a new drummer, Orca, and a second guitarist, Nargassh, joined to the band. Aeterna left the band in the summer of 2009 for injuries in her hand, and is temporarily replaced by Shargûl on bass, as live member. In summer of 2010, Aerterna returned, Orca remained as drummer, but Nargassh left the band.

1. Wolves
2. Glowplug 
3. Silk Road Rash
4. Taking Refuge with Strangers
5. Flesh 
6. Some Songs Sound the Same



Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017

Μίκης Θεοδωράκης , Γιάννης Ρίτσος-Ρωμιοσύνη - 1966

Η Ρωμιοσύνη είναι μεγάλη ποιητική σύνθεση του Γιάννη Ρίτσου, χωρισμένη σε επτά μέρη, γραμμένη περί το 1945-47 και τυπωμένη το 1954. Κυκλοφόρησε στην ποιητική συλλογή Αγρυπνία, από την Πυξίδα.[1] Η ποιητική αυτή συλλογή εμπεριέχει έργα του ποιητή από το 1941 έως και το 1953, στα οποία αποτυπώνεται η περιπέτεια που έζησε η Ελλάδα την εποχή εκείνη (Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Εμφύλιος). Τα δύο μείζονα ποιήματα της συλλογής είναι η Ρωμιοσύνη και Η Κυρά των Αμπελιών, στα οποία ο ποιητής ανασυνθέτει την εποποιία της Αντίστασης.[2]

Το ποίημα είναι ένα από τα γνωστότερα ποιήματα του Ρίτσου, γεγονός στο οποίο πιθανόν συνεισέφερε ο Μίκης Θεοδωράκης με τη μελοποίησή του. Ο συνθέτης αφιέρωσε ολόκληρο δίσκο στο ποίημα του Ρίτσου, ονομάζοντάς τον Ρωμιοσύνη, ο οποίος κυκλοφόρησε το 1966.[3] Μερικά από αυτά τα τραγούδια του δίσκου τραγουδήθηκαν από το κοινό και ερμηνεύθηκαν από πολλούς καλλιτέχνες, ενώ έως και σήμερα, μερικά εξ αυτών, είναι από τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια του συνθέτη, όπως για παράδειγμα το Αυτά τα δέντρα, το Όταν σφίγγουν το χέρι και το Θα σημάνουν οι καμπάνες.


Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,
αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,
αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,
αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.

Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή,
σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του,
σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς.
Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κ᾿ οἱ φωνὲς μὲς στὸν ἀσβέστη τοῦ ἥλιου.
Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Τὰ σκονισμένα σκοίνα.
Τὸ μουλάρι κι ὁ βράχος. Λαχανιάζουν. Δὲν ὑπάρχει νερό.
Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μία μπουκιὰ οὐρανὸ πάνου ἀπ᾿ τὴν πίκρα τους.
Τὰ μάτια τους εἶναι κόκκινα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ἀνάμεσα στὰ φρύδια τους
σὰν ἕνα κυπαρίσσι ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουνὰ τὸ λιόγερμα.

Τὸ χέρι τους εἶναι κολλημένο στὸ ντουφέκι
τὸ ντουφέκι εἶναι συνέχεια τοῦ χεριοῦ τους
τὸ χέρι τους εἶναι συνέχεια τῆς ψυχῆς τους -
ἔχουν στὰ χείλια τους ἀπάνου τὸ θυμὸ
κ᾿ ἔχουνε τὸν καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στὰ μάτια τους
σὰν ἕνα ἀστέρι σὲ μία γοῦβα ἁλάτι.

Ὅταν σφίγγουν τὸ χέρι, ὁ ἥλιος εἶναι βέβαιος γιὰ τὸν κόσμο
ὅταν χαμογελᾶνε, ἕνα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μὲς ἀπ᾿ τ᾿ ἄγρια γένειά τους
ὅταν κοιμοῦνται, δώδεκα ἄστρα πέφτουν ἀπ᾿ τὶς ἄδειες τσέπες τους
ὅταν σκοτώνονται, ἡ ζωὴ τραβάει τὴν ἀνηφόρα μὲ σημαῖες καὶ μὲ ταμποῦρλα.

Τόσα χρόνια ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι διψᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα,
ἔφαγε ἡ κάψα τὰ χωράφια τους κ᾿ ἡ ἁρμύρα πότισε τὰ σπίτια τους
ὁ ἀγέρας ἔριξε τὶς πόρτες τους καὶ τὶς λίγες πασχαλιὲς τῆς πλατείας
ἀπὸ τὶς τρῦπες τοῦ πανωφοριοῦ τους μπαινοβγαίνει ὁ θάνατος
ἡ γλῶσσα τους εἶναι στυφὴ σὰν τὸ κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τὰ σκυλιά τους τυλιγμένα στὸν ἴσκιο τους
ἡ βροχὴ χτυπάει στὰ κόκκαλά τους.

Πάνου στὰ καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τὴ σβουνιὰ καὶ τὴ νύχτα
βιγλίζοντας τὸ μανιασμένο πέλαγο ὅπου βούλιαξε
τὸ σπασμένο κατάρτι τοῦ φεγγαριοῦ.

Τo ψωμὶ σώθηκε, τὰ βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τὰ κανόνια τους μόνο μὲ τὴν καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι ἀπὸ στεριὰ καὶ θάλασσα
ὅλοι πεινᾶνε, ὅλοι σκοτώνονται καὶ κανένας δὲν πέθανε -
πάνου στὰ καραούλια λάμπουνε τὰ μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιὰ κατακόκκινη
καὶ κάθε αὐγὴ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν ἀπ᾿ τὰ χέρια τους
γιὰ τὶς τέσσερις πόρτες τοῦ ὁρίζοντα.

Κάθε ποὺ βραδιάζει μὲ τὸ θυμάρι τσουρουφλισμένο στὸν κόρφο τῆς πέτρας
εἶναι μία σταγόνα νερὸ ποὺ σκάβει ἀπὸ παλιὰ τὴ σιωπὴ ὡς τὸ μεδούλι
εἶναι μία καμπάνα κρεμασμένη στὸ γέρο-πλάτανο ποὺ φωνάζει τὰ χρόνια.

Σπίθες λαγοκοιμοῦνται στὴ χόβολη τῆς ἐρημιᾶς
κ᾿ οἱ στέγες συλλογιοῦνται τὸ μαλαματένιο χνούδι στὸ πάνω χείλι τοῦ Ἁλωνάρη
- κίτρινο χνούδι σὰν τὴ φούντα τοῦ καλαμποκιοῦ καπνισμένο ἀπ᾿ τὸν καημὸ τῆς δύσης.

Ἡ Παναγία πλαγιάζει στὶς μυρτιὲς μὲ τὴ φαρδειά της φοῦστα λεκιασμένη ἀπ᾿ τὰ σταφύλια.
Στὸ δρόμο κλαίει ἕνα παιδὶ καὶ τοῦ ἀποκρίνεται ἀπ᾿ τὸν κάμπο ἡ προβατίνα ποὔχει χάσει τὰ παιδιά της.

Ἴσκιος στὴ βρύση. Παγωμένο τὸ βαρέλι.
Ἡ κόρη τοῦ πεταλωτῆ μὲ μουσκεμένα πόδια.
Ἀπάνου στὸ τραπέζι τὸ ψωμὶ κ᾿ ἡ ἐλιά,
μὲς στὴν κληματαριὰ ὁ λύχνος τοῦ ἀποσπερίτη
καὶ κεῖ ψηλά, γυρίζοντας στὴ σοῦβλα του, εὐωδάει ὁ γαλαξίας
καμένο ξύγκι, σκόρδο καὶ πιπέρι.

Ἅ, τί μπρισίμι ἀστέρι ἀκόμα θὰ χρειαστεῖ
γιὰ νὰ κεντήσουν οἱ πευκοβελόνες στὴν καψαλισμένη μάντρα τοῦ καλοκαιριοῦ «κι αὐτὸ θὰ περάσει»
πόσο θὰ στίψει ἀκόμα ἡ μάνα τὴν καρδιὰ τῆς πάνου ἀπ᾿ τὰ ἑφτὰ σφαγμένα παλληκάρια της
ὥσπου νὰ βρεῖ τὸ φῶς τὸ δρόμο του στὴν ἀνηφόρα τῆς ψυχῆς της.

Τοῦτο τὸ κόκκαλο ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴ γῆς
μετράει ὀργιὰ-ὀργιὰ τὴ γῆς καὶ τὶς κόρδες τοῦ λαγούτου
καὶ τὸ λαγοῦτο ἀποσπερὶς μὲ τὸ βιολὶ ὡς τὸ χάραμα
καημό-καημὸ τὸ λὲν στὰ δυοσμαρίνια καὶ στοὺς πεύκους
καὶ ντιντινίζουν στὰ καράβια τὰ σκοινιὰ σὰν κόρδες
κι ὁ ναύτης πίνει πικροθάλασσα στὴν κοῦπα τοῦ Ὀδυσσέα.

Ἅ, ποιὸς θὰ φράξει τότες τὴ μπασιὰ καὶ ποιὸ σπαθὶ θὰ κόψει τὸ κουράγιο
καὶ ποιὸ κλειδὶ θὰ σοῦ κλειδώσει τὴν καρδιὰ ποὺ μὲ τὰ δυὸ θυρόφυλλά της διάπλατα
κοιτάει τοῦ Θεοῦ τ᾿ ἀστροπερίχυτα περβόλια;

Ὥρα μεγάλη σὰν τὰ Σαββατόβραδα τοῦ Μάη στὴ ναυτικὴ ταβέρνα
νύχτα μεγάλη σὰν ταψὶ στοῦ γανωτζῆ τὸν τοῖχο
μεγάλο τὸ τραγούδι σὰν ψωμὶ στοῦ σφουγγαρᾶ τὸ δεῖπνο.
Καὶ νὰ ποὺ ροβολάει τὰ τρόχαλα τὸ κρητικὸ φεγγάρι
γκάπ, γκάπ, μὲ εἴκοσι ἀράδες προκαδούρα στὰ στιβάλια του,
καὶ νάτοι αὐτοὶ ποὺ ἀνεβοκατεβαίνουνε τὴ σκάλα τοῦ Ἀναπλιοῦ
γεμίζοντας τὴν πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα ἀπὸ σκοτάδι,
μὲ τὸ μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο ἀστέρι
καὶ μὲ τὸ δόντι τους πευκόρριζα στοῦ Αἰγαίου τὸ βράχο καὶ τὸ ἁλάτι.
Μπῆκαν στὰ σίδερα καὶ στὴ φωτιά, κουβέντιασαν μὲ τὰ λιθάρια,
κεράσανε ρακὶ τὸ θάνατο στὸ καύκαλο τοῦ παππουλῆ τους,
στ᾿ Ἁλώνια τὰ ἴδια ἀντάμωσαν τὸ Διγενῆ καὶ στρώθηκαν στὸ δεῖπνο
κόβοντας τὸν καημὸ στὰ δυὸ ἔτσι ποὺ κόβανε στὸ γόνατο τὸ κριθαρένιο τους καρβέλι.

Ἔλα κυρὰ μὲ τ᾿ ἁρμυρὰ ματόκλαδα, μὲ φλωροκαπνισμένο χέρι
ἀπὸ τὴν ἔγνοια τοῦ φτωχοῦ κι ἀπ᾿ τὰ πολλὰ τὰ χρόνια -
ἡ ἀγάπη σὲ περμένει μὲς στὰ σκοῖνα,
μὲς στὴ σπηλιά του ὁ γλάρος σου κρεμάει τὸ μαῦρο κόνισμά σου
κι ὁ πικραμένος ἀχινιός σου ἀσπάζεται τὸ νύχι τοῦ ποδιοῦ σου.
Μέσα στὴ μαύρη ρῶγα τοῦ ἀμπελιοῦ κοχλάζει ὁ μοῦστος κατακόκκινος,
κοχλάζει τὸ ροδάμι στὸν καμένο πρῖνο,
στὸ χῶμα ἡ ρίζα τοῦ νεκροῦ ζητάει νερὸ γιὰ νὰ τινάξει ἐλάτι
κ᾿ ἡ μάνα κάτου ἀπ᾿ τὴ ρυτίδα της κρατάει γερὰ μαχαῖρι.
Ἔλα κυρὰ ποὺ τὰ χρυσὰ κλωσσᾶς αὐγὰ τοῦ κεραυνοῦ -
πότε μία μέρα θαλασσιὰ θὰ βγάλεις τὸ τσεμπέρι καὶ θὰ πάρεις πάλι τ᾿ ἄρματα
νὰ σὲ χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι
νὰ σπάσει ρόιδι ὁ ἥλιος στὴν ἀλατζαδένια σου ποδιὰ
νὰ τὸν μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρὶ στὰ δώδεκα ὀρφανά σου,
νὰ λάμψει ὁλόγυρα ὁ γιαλὸς ὡς λάμπει ἡ κόψη τοῦ σπαθιοῦ καὶ τ᾿ Ἀπριλιοῦ τὸ χιόνι
καὶ νάβγει στὰ χαλίκια ὁ κάβουρας γιὰ νὰ λιαστεῖ καὶ νὰ σταυρώσει τὶς δαγκάνες του.

Δῶ πέρα ὁ οὐρανὸς δὲ λιγοστεύει οὔτε στιγμὴ τὸ λάδι τοῦ ματιοῦ μας
δῶ πέρα ὁ ἥλιος παίρνει πάνω του τὸ μισὸ βάρος τῆς πέτρας ποὺ σηκώνουμε πάντα στὴ ράχη μας
σπᾶνε τὰ κεραμίδια δίχως ἂχ κάτου ἀπ᾿ τὸ γόνα τοῦ μεσημεριοῦ
οἱ ἄνθρωποι πᾶν μπροστὰ ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο τους σὰν τὰ δελφίνια μπρὸς ἀπ᾿ τὰ σκιαθίτικα καΐκια
ὕστερα ὁ ἴσκιος τους γίνεται ἕνας ἀϊτὸς ποὺ βάφει τὰ φτερά του στὸ λιόγερμα
καὶ πιὸ ὕστερα κουρνιάζει στὸ κεφάλι τους καὶ συλλογιέται τ᾿ ἄστρα
ὅταν αὐτοὶ πλαγιάζουνε στὸ λιακωτὸ μὲ τὴ μαύρη σταφίδα.

Δῶ πέρα ἡ κάθε πόρτα ἔχει πελεκημένο ἕνα ὄνομα κάπου ἀπὸ τρεῖς χιλιάδες τόσα χρόνια
κάθε λιθάρι ἔχει ζωγραφισμένον ἕναν ἅγιο μ᾿ ἄγρια μάτια καὶ μαλλιὰ σκοινένια
κάθε ἄντρας ἔχει στὸ ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονιὰ τὴ βελονιὰ μία κόκκινη γοργόνα
κάθε κοπέλα ἔχει μία φοῦχτα ἁλατισμένο φῶς κάτου ἀπ᾿ τὴ φοῦστα της
καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν πέντε-ἕξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στὴν καρδιά τους
σὰν τὰ χνάρια ἀπ᾿ τὸ βῆμα τῶν γλάρων στὴν ἀμμουδιὰ τὸ ἀπόγευμα.

Δὲ χρειάζεται νὰ θυμηθεῖς. Τὸ ξέρουμε.
Ὅλα τὰ μονοπάτια βγάζουνε στὰ Ψηλαλώνια. O ἀγέρας εἶναι ἁψὺς κεῖ πάνου.

Ὅταν ξεφτάει ἀπόμακρα ἡ μινωικὴ τοιχογραφία τῆς δύσης
καὶ σβήνει ἡ πυρκαϊὰ στὸν ἀχερῶνα τῆς ἀκρογιαλιᾶς
ἀνηφορίζουν ὡς ἐδῶ οἱ γριὲς ἀπ᾿ τὰ σκαμμένα στὸ βράχο σκαλοπάτια
κάθουνται στὴ Μεγάλη Πέτρα γνέθοντας μὲ τὰ μάτια τὴ θάλασσα
κάθουνται καὶ μετρᾶν τ᾿ ἀστέρια ὡς νὰ μετρᾶνε τὰ προγονικὰ ἀσημένια τους κουταλοπήρουνα
κι ἀργὰ κατηφορᾶνε νὰ ταΐσουνε τὰ ἐγγόνια τους μὲ τὸ μεσολογγίτικο μπαροῦτι.

Ναί, ἀλήθεια, ὁ Ἑλκόμενος ἔχει δυὸ χέρια τόσο λυπημένα μέσα στὴ θηλειά τους
ὅμως τὸ φρύδι του σαλεύει σὰν τὸ βράχο ποὺ ὅλο πάει νὰ ξεκολλήσει πάνου ἀπ᾿ τὸ πικρό του μάτι.
Ἀπὸ βαθιὰ ἀνεβαίνει αὐτὸ τὸ κῦμα ποὺ δὲν ξέρει παρακάλια
ἀπὸ ψηλὰ κυλάει αὐτὸς ὁ ἀγέρας μὲ ρετσίνι φλέβα καὶ πλεμόνι ἀλισφακιά.

Ἄχ, θὰ φυσήξει μία νὰ πάρει σβάρνα τὶς πορτοκαλιές της θύμησης
Ἄχ, θὰ φυσήξει δυὸ νὰ βγάλει σπίθα ἡ σιδερένια πέτρα σὰν καψοῦλι
Ἄχ, θὰ φυσήξει τρεῖς καὶ θὰ τρελλάνει τὰ ἐλατόδασα στὴ Λιάκουρα
θὰ δώσει μία μὲ τὴ γροθιά του νὰ τινάξει τὴν τυράγνια στὸν ἀγέρα
καὶ θὰ τραβήξει τῆς ἀρκούδας νύχτας τὸ χαλκὰ νὰ μᾶς χορέψει τσάμικο καταμεσὶς στὴν τάπια
καὶ ντέφι τὸ φεγγάρι θὰ χτυπάει ποὺ νὰ γεμίσουν τὰ νησιώτικα μπαλκόνια
ἀγουροξυπνημένο παιδολόι καὶ σουλιώτισσες μανάδες.

Ἕνας μαντατοφόρος φτάνει ἀπ᾿ τὴ Μεγάλη Λαγκαδιὰ κάθε πρωινὸ
στὸ πρόσωπό του λάμπει ὁ ἱδρωμένος ἥλιος
κάτου ἀπὸ τὴ μασκάλη του κρατεῖ σφιχτὰ τὴ ρωμιοσύνη
ὅπως κρατάει ὁ ἐργάτης τὴν τραγιάσκα του μέσα στὴν ἐκκλησία.
Ἦρθε ἡ ὥρα, λέει. Νάμαστε ἕτοιμοι.
Κάθε ὥρα εἶναι ἡ δικιά μας ὥρα.

Τράβηξαν ὁλόισια στὴν αὐγὴ μὲ τὴν ἀκαταδεξιὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ πεινάει,
μέσα στ᾿ ἀσάλευτα μάτια τους εἶχε πήξει ἕνα ἄστρο
στὸν ὦμο τους κουβάλαγαν τὸ λαβωμένο καλοκαῖρι.

Ἀπὸ δῶ πέρασε ὁ στρατὸς μὲ τὰ φλάμπουρα κατάσαρκα
μὲ τὸ πεῖσμα δαγκωμένο στὰ δόντια τους σὰν ἄγουρο γκόρτσι
μὲ τὸν ἄμμο τοῦ φεγγαριοῦ μὲς στὶς ἀρβύλες τους
καὶ μὲ τὴν καρβουνόσκονη τῆς νύχτας κολλημένη μέσα στὰ ρουθούνια καὶ στ᾿ αὐτιά τους.

Δέντρο τὸ δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τὸν κόσμο,
μ᾿ ἀγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τὸν ὕπνο.
Φέρναν τὴ ζωὴ στὰ δυὸ στεγνά τους χέρια σὰν ποτάμι.

Σὲ κάθε βῆμα κέρδιζαν μία ὀργιὰ οὐρανὸ - γιὰ νὰ τὸν δώσουν.
Πάνου στὰ καραούλια πέτρωναν σὰν τὰ καψαλιασμένα δέντρα,
κι ὅταν χορεῦαν στὴν πλατεῖα,
μέσα στὰ σπίτια τρέμαν τὰ ταβάνια καὶ κουδούνιζαν τὰ γυαλικὰ στὰ ράφια.

Ἄ, τί τραγούδι τράνταξε τὰ κορφοβούνια -
ἀνάμεσα στὰ γόνατά τους κράταγαν τὸ σκουτέλι τοῦ φεγγαριοῦ καὶ δειπνοῦσαν,
καὶ σπάγαν τὸ ἂχ μέσα στὰ φυλλοκάρδια τους
σὰ νάσπαγαν μία ψείρα ἀνάμεσα στὰ δυὸ χοντρά τους νύχια.

Ποιὸς θὰ σοῦ φέρει τώρα τὸ ζεστὸ καρβέλι μὲς στὴ νύχτα νὰ ταΐσεις τὰ ὄνειρα;
Ποιὸς θὰ σταθεῖ στὸν ἴσκιο τῆς ἐλιᾶς παρέα μὲ τὸ τζιτζίκι μὴ σωπάσει τὸ τζιτζίκι,
τώρα ποὺ ἀσβέστης τοῦ μεσημεριοῦ βάφει τὴ μάντρα ὁλόγυρα τοῦ ὁρίζοντα
σβήνοντας τὰ μεγάλα ἀντρίκια ὀνόματά τους;

Τὸ χῶμα τοῦτο ποὺ μοσκοβολοῦσε τὰ χαράματα
τὸ χῶμα ποὺ εἴτανε δικό τους καὶ δικό μας - αἷμα τους - πὼς μύριζε τὸ χῶμα -
καὶ τώρα πὼς κλειδώσανε τὴν πόρτα τους τ᾿ ἀμπέλια μας
πῶς λίγνεψε τὸ φῶς στὶς στέγες καὶ στὰ δέντρα
ποιὸς νὰ τὸ πεῖ πὼς βρίσκονται οἱ μισοὶ κάτου ἀπ᾿ τὸ χῶμα
κ᾿ οἱ ἄλλοι μισοὶ στὰ σίδερα;

Μὲ τόσα φύλλα νὰ σοῦ γνέφει ὁ ἥλιος καλημέρα
μὲ τόσα φλάμπουρα νὰ λάμπει ὁ οὐρανὸς
καὶ τοῦτοι μὲς στὰ σίδερα καὶ κεῖνοι μὲς στὸ χῶμα.

Σώπα, ὅπου νἄναι θὰ σημάνουν οἱ καμπάνες.
Αὐτὸ τὸ χῶμα εἶναι δικό τους καὶ δικό μας.
Κάτου ἀπ᾿ τὸ χῶμα, μὲς στὰ σταυρωμένα χέρια τους
κρατᾶνε τῆς καμπάνας τὸ σκοινὶ - περμένουνε τὴν ὥρα, δὲν κοιμοῦνται,
περμένουν νὰ σημάνουν τὴν ἀνάσταση. Τοῦτο τὸ χῶμα
εἶναι δικό τους καὶ δικό μας - δὲ μπορεῖ κανεὶς νὰ μᾶς τὸ πάρει.

Κάτσανε κάτου ἀπ᾿ τὶς ἐλιὲς τὸ ἀπομεσήμερο
κοσκινίζοντας τὸ σταχτὶ φῶς μὲ τὰ χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τὶς μπαλάσκες τους καὶ λογαριᾶζαν πόσος μόχτος χώρεσε στὸ μονοπάτι τῆς νύχτας
πόση πίκρα στὸν κόμπο τῆς ἀγριομολόχας
πόσο κουράγιο μὲς στὰ μάτια τοῦ ξυπόλυτου παιδιοῦ ποὺ κράταε τὴ σημαία.

Εἶχε ἀπομείνει πάρωρα στὸν κάμπο τὸ στερνὸ χελιδόνι
ζυγιαζόταν στὸν ἀέρα σὰ μία μαύρη λουρίδα στὸ μανίκι τοῦ φθινοπώρου.
Τίποτ᾿ ἄλλο δὲν ἔμενε. Μονάχα κάπνιζαν ἀκόμα τὰ καμένα σπίτια.
Οἱ ἄλλοι μας ἄφησαν ἀπὸ καιρὸ κάτου ἀπ᾿ τὶς πέτρες
μὲ τὸ σκισμένο τους πουκάμισο καὶ μὲ τὸν ὅρκο τους γραμμένο στὴν πεσμένη πόρτα.
Δὲν ἔκλαψε κανείς. Δὲν εἴχαμε καιρό. Μόνο ποὺ ἡ σιγαλιὰ μεγάλωνε πολὺ
κ᾿ εἴταν τὸ φῶς συγυρισμένο κάτου στὸ γιαλὸ σὰν τὸ νοικοκυριὸ τῆς σκοτωμένης.

Τί θὰ γίνουν τώρα ὅταν θάρθει ἡ βροχὴ μὲς στὸ χῶμα μὲ τὰ σάπια πλατανόφυλλα
τί θὰ γίνουν ὅταν ὁ ἥλιος στεγνώσει στὸ χράμι τῆς συγνεφιᾶς σᾶ σπασμένος κοριὸς στὸ χωριάτικο κρεββάτι
ὅταν σταθεῖ στὴν καμινάδα τοῦ ἀπόβραδου μπαλσαμωμένο τὸ λελέκι τοῦ χιονιοῦ;
Ρίχνουνε ἁλάτι οἱ γριὲς μανάδες στὴ φωτιά, ρίχνουνε χῶμα στὰ μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ᾿ ἀμπέλια τῆς Μονοβασιᾶς μὴ καὶ γλυκάνει μαύρη ρώγα τῶν ἐχτρῶν τὸ στόμα,
βάλαν σ᾿ ἕνα σακκούλι τῶν παππούδων τους τὰ κόκκαλα μαζὶ μὲ τὰ μαχαιροπήρουνα
καὶ τριγυρνᾶνε ἔξω ἀπ᾿ τὰ τείχη τῆς πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο νὰ ριζώσουνε στὴ νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα νὰ βροῦμε μία γλῶσσα πιὸ τῆς κερασιᾶς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη -
τὰ χέρια ἐκεῖνα ποὺ ἀπομεῖναν στὰ χωράφια ἢ ἀπάνου στὰ βουνὰ ἢ κάτου ἀπ᾿ τὴ θάλασσα, δὲν ξεχνᾶνε -
θάναι δύσκολο νὰ ξεχάσουμε τὰ χέρια τους
θάναι δύσκολο τὰ χέρια πούβγαλαν κάλους στὴ σκανδάλη νὰ ρωτήσουν μία μαργαρίτα
νὰ ποῦν εὐχαριστῶ πάνου στὸ γόνατό τους, πάνου στὸ βιβλίο ἢ μὲς στὸ μποῦστο τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Θὰ χρειαστεῖ καιρός. Καὶ πρέπει νὰ μιλήσουμε. Ὥσπου νὰ βροῦν τὸ ψωμὶ καὶ τὸ δίκιο τους.

Δυὸ κουπιὰ καρφωμένα στὸν ἄμμο τὰ χαράματα μὲ τὴ φουρτοῦνα. Πούναι ἡ βάρκα;
Ἕνα ἀλέτρι μπηγμένο στὸ χῶμα, κι ὁ ἀγέρας νὰ φυσάει. Καμένο τὸ χῶμα. Πούναι ὁ ζευγολάτης;
Στάχτη ἡ ἐλιά, τ᾿ ἀμπέλι καὶ τὸ σπίτι.
Βραδιὰ σπαγγοραμμένη μὲ τ᾿ ἀστέρια της μὲς στὸ τσουράπι.
Δάφνη ξερὴ καὶ ρίγανη στὸ μεσοντούλαπο τοῦ τοίχου. Δὲν τ᾿ ἄγγιξε ἡ φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στὸ τζάκι - καὶ νὰ κοχλάζει μόνο τὸ νερὸ στὸ κλειδωμένο σπίτι. Δὲν πρόφτασαν νὰ φᾶνε.

Ἀπάνω στὸ καμένο τους πορτόφυλλο οἱ φλέβες τοῦ δάσους - τρέχει τὸ αἷμα μὲς στὶς φλέβες.
Καὶ νὰ τὸ βῆμα γνώριμο. Ποιὸς εἶναι;
Γνώριμο βῆμα μὲ τὶς πρόκες στὸν ἀνήφορο.
Τὸ σύρσιμο τῆς ρίζας μὲς στὴν πέτρα. Κάποιος ἔρχεται.
Τὸ σύνθημα, τὸ παρασύνθημα. Ἀδελφός. Καλησπέρα.
Θὰ βρεῖ λοιπὸν τὸ φῶς τὰ δέντρα του, θὰ βρεῖ μία μέρα καὶ τὸ δέντρο τὸν καρπό του.
Τοῦ σκοτωμένου τὸ παγοῦρι ἔχει νερὸ καὶ φῶς ἀκόμα.
Καλησπέρα, ἀδερφέ μου. Τὸ ξέρεις. Καλησπέρα.

Στὴν ξύλινη παράγκα τῆς πουλάει μπαχαρικὰ καὶ ντεμισέδες ἡ γριὰ δύση.
Κανεὶς δὲν ἀγοράζει. Τράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πιὰ νὰ χαμηλώσουν.
Δύσκολο καὶ νὰ ποῦν τὸ μπόι τους.

Μέσα στ᾿ ἁλῶνι ὅπου δειπνῆσαν μία νυχτιὰ τὰ παλληκάρια
μένουνε τὰ λιοκούκουτσα καὶ τὸ αἷμα τὸ ξερό του φεγγαριοῦ
κι ὁ δεκαπεντασύλλαβος ἀπ᾿ τ᾿ ἅρματά τους.
Τὴν ἄλλη μέρα τὰ σπουργίτια φάγανε τὰ ψίχουλα τῆς κουραμάνας τους,
τὰ παιδιὰ φτιάξανε παιχνίδια μὲ τὰ σπίρτα τους ποὺ ἀνάψαν τὰ τσιγάρα τους καὶ τ᾿ ἀγκάθια τῶν ἄστρων.

Κ᾿ ἡ πέτρα ὅπου καθῆσαν κάτου ἀπ᾿ τὶς ἐλιὲς τὸ ἀπομεσήμερο ἀντικρὺ στὴ θάλασσα
αὔριο θὰ γίνει ἀσβέστης στὸ καμίνι
μεθαύριο θ᾿ ἀσβεστώσουμε τὰ σπίτια μας καὶ τὸ πεζοῦλι τῆς Ἁγιὰ-Σωτῆρας
ἀντιμεθαύριο θὰ φυτέψουμε τὸ σπόρο ἐκεῖ ποὺ ἀποκοιμήθηκαν
κ᾿ ἕνα μπουμποῦκι τῆς ροδιᾶς θὰ σκάσει πρῶτο γέλιο τοῦ μωροῦ στὸν κόρφο τῆς λιακάδας.
Κ᾿ ὕστερα πιὰ θὰ κάτσουμε στὴν πέτρα νὰ διαβάσουμε ὅλη τὴν καρδιά τους
σὰ νὰ διαβάζουμε πρώτη φορὰ τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου.

Ἔτσι μὲ τὸν ἥλιο κατάστηθα στὸ πέλαγο ποὺ ἀσβεστώνει τὴν ἀντικρυνὴ πλαγιὰ τῆς μέρας
λογαριάζεται διπλὰ καὶ τρίδιπλα τὸ μαντάλωμα καὶ τὸ βάσανο τῆς δίψας
λογαριάζεται ἀπ᾿ τὴν ἀρχὴ ἡ παλιὰ λαβωματιὰ
κ᾿ ἡ καρδιὰ ξεροψήνεται στὴν κάψα σὰν τὰ βατικιώτικα κρεμμύδια μπρὸς στὶς πόρτες.

Ὅσο πᾶνε τὰ χέρια τους μοιάζουνε πιότερο τὸ χῶμα
ὅσο πᾶνε τὰ μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τὸν οὐρανό.

Ἀδείασε τὸ κιοῦπι μὲ τὸ λάδι. Λίγη μοῦργα στὸν πάτο. Κι ὁ ψόφιος ποντικός.
Ἀδείασε τὸ κουράγιο τῆς μάνας μαζὶ μὲ τὸ πήλινο κανάτι καὶ τὴ στέρνα.
Στυφίζουν τὰ οὖλα της ἐρμιᾶς ἀπ᾿ τὸ μπαροῦτι.

Ποῦ λάδι τώρα πιὰ γιὰ τὸ καντῆλι τῆς Ἁγιὰ-Βαρβάρας
ποῦ δυόσμος πιὰ νὰ λιβανίσει τὸ μαλαματένιο κόνισμα τοῦ δειλινοῦ
ποῦ μία μπουκιὰ ψωμὶ γιὰ τὴ βραδιά-ζητιάνα νὰ σοῦ παίξει τὴν ἀστρομαντινάδα της στὴ λύρα.

Στὸ πάνου κάστρο τοῦ νησιοῦ στοιχειῶσαν οἱ φραγκοσυκιὲς καὶ τὰ σπερδούκλια.
Τὸ χῶμα ἀνασκαμμένο ἀπὸ τὸ κανονίδι καὶ τοὺς τάφους.
Τὸ γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο μὲ οὐρανό. Δὲν ἔχει πιὰ καθόλου τόπο
γιὰ ἄλλους νεκρούς. Δὲν ἔχει τόπο ἡ λύπη νὰ σταθεῖ νὰ πλέξει τὰ μαλλιά της.

Σπίτια καμένα ποὺ ἀγναντεύουν μὲ βγαλμένα μάτια τὸ μαρμαρωμένο πέλαγο
κ᾿ οἱ σφαῖρες σφηνωμένες στὰ τειχιὰ
σὰν τὰ μαχαίρια στὰ παΐδια τοῦ Ἁγίου ποὺ τὸν δέσανε στὸ κυπαρίσσι.

Ὅλη τὴ μέρα οἱ σκοτωμένοι λιάζονται ἀνάσκελα στὸν ἥλιο.
Καὶ μόνο σὰ βραδιάζει οἱ στρατιῶτες σέρνονται μὲ τὴν κοιλιὰ στὶς καπνισμένες πέτρες
ψάχνουν μὲ τὰ ρουθούνια τὸν ἀγέρα ἔξω ἀπ᾿ τὸ θάνατο
ψάχνουνε τὰ παπούτσια τοῦ φεγγαριοῦ μασουλώντας ἕνα κομμάτι μεντζεσόλα
χτυπᾶν μὲ τὴ γροθιὰ τὸ βράχο μήπως τρέξει ὁ κόμπος τοῦ νεροῦ
μὰ ἀπ᾿ τὴν ἄλλη μεριὰ ὁ τοῖχος εἶναι κούφιος
καὶ ξανακοῦν τὸ χτύπημα μὲ τοὺς πολλοὺς γύρους ποὺ κάνει ἡ ὀβίδα πέφτοντας στὴ θάλασσα
κι ἀκοῦν ἀκόμα μία φορὰ τὸ σκούξιμο τῶν λαβωμένων μπρὸς στὴν πύλη.
Ποῦ νὰ τραβήξεις; Σὲ φωνάζει ὁ ἀδερφός σου.

Χτισμένη ἡ νύχτα ὁλόγυρα ἀπ᾿ τοὺς ἴσκιους ξένων καραβιῶν.
Κλεισμένοι οἱ δρόμοι ἀπ᾿ τὰ ντουβάρια.
Μόνο γιὰ τὰ ψηλὰ εἶναι ἀκόμα δρόμος.
Κι αὐτοὶ μουντζώνουν τὰ καράβια καὶ δαγκώνουνε τὴ γλῶσσα τους
ν᾿ ἀκούσουνε τὸν πόνο τους ποὺ δὲν ἔγινε κόκκαλο.

Ἀπάνω στὰ μεντένια οἱ σκοτωμένοι καπετάνιοι ὀρθοὶ φρουροῦν τὸ κάστρο.
Κάτου ἀπ᾿ τὰ ροῦχα τους λυώνουν τὰ κρέατά τους. Ἐι, ἀδέρφι, δὲν ἀπόστασες;
Μπουμπούκιασε τὸ βόλι μέσα στὴν καρδιά σου
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στὴ μασκάλη τοῦ ξερόβραχου,
ἀνάσα-ἀνάσα ἡ μοσκοβόλια λέει τὸ παραμύθι - δὲ θυμᾶσαι;
δοντιὰ-δοντιὰ ἡ λαβωματιά σου λέει τὴ ζωή,
τὸ χαμομήλι φυτρωμένο μὲς στὴ λίγδα τοῦ νυχιοῦ σου στὸ μεγάλο δάχτυλο τοῦ ποδαριοῦ
σοῦ λέει τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου.

Πιάνεις τὸ χέρι. Εἶναι δικό σου. Νοτισμένο ἀπ᾿ τὴν ἁρμύρα.
Δικιά σου ἡ θάλασσα. Σὰν ξερριζώνεις τρίχα ἀπ᾿ τὸ κεφάλι τῆς σιωπῆς
στάζει πικρὸ τὸ γάλα τῆς συκιᾶς. Ὅπου καὶ νᾶσαι ὁ οὐρανὸς σὲ βλέπει.
Στρίβει στὰ δάχτυλά του ὁ ἀποσπερίτης τὴν ψυχή σου σὰν τσιγάρο
ἔτσι νὰ τὴ φουμάρεις τὴν ψυχή σου ἀνάσκελα
βρέχοντας τὸ ζερβί σου χέρι μὲς στὴν ξαστεριὰ
καὶ στὸ δεξί σου κολλημένο τὸ ντουφέκι-ἀρραβωνιαστικιά σου
νὰ θυμηθεῖς πὼς ὁ οὐρανὸς ποτέ του δὲ σὲ ξέχασε
ὅταν θὰ βγάζεις ἀπ᾿ τὴ μέσα τσέπη τὸ παλιό του γράμμα
καὶ ξεδιπλώνοντας μὲ δάχτυλα καμένα τὸ φεγγάρι θὰ διαβάζεις λεβεντιὰ καὶ δόξα.

Ὕστερα θ᾿ ἀνεβεῖς στὸ ψηλὸ καραοῦλι τοῦ νησιοῦ σου
καὶ βάζοντας καψοῦλι τὸ ἄστρο θὰ τραβήξεις μία στὸν ἀέρα
πάνου ἀπὸ τὰ τειχιὰ καὶ τὰ κατάρτια
πάνου ἀπὸ τὰ βουνὰ ποὺ σκύβουν σὰ φαντάροι πληγωμένοι
ἔτσι μόνο καὶ μόνο νὰ χουγιάξεις τὰ στοιχειὰ καὶ νὰ τρυπώσουν στὴν κουβέρτα τοῦ ἴσκιου -
θὰ ρίξεις μίαν ἴσα στὸν κόρφο τ᾿ οὐρανοῦ νὰ βρεῖς τὸ γαλανὸ σημάδι
σάμπως νὰ βρίσκεις πάνου ἀπ᾿ τὸ πουκάμισο τὴ ρώγα τῆς γυναίκας ποὺ αὔριο θὰ βυζαίνει τὸ παιδί σου
σάμπως νὰ βρίσκεις ὕστερ᾿ ἀπὸ χρόνια τὸ χεροῦλι τῆς ἐξώπορτας τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ σου.

Τὸ σπίτι, ὁ δρόμος, ἡ φραγκοσυκιά, τὰ φλούδια τοῦ ἥλιου στὴν αὐλὴ ποὺ τὰ τσιμπολογᾶν οἱ κόττες.
Τὰ ξέρουμε, μᾶς ξέρουνε. Δῶ χάμου ἀνάμεσα στὰ βάτα
ἔχει ἡ δεντρογαλιὰ παρατημένο τὸ κίτρινο πουκάμισό της.
Δῶ χάμου εἶναι ἡ καλύβα τοῦ μερμηγκιοῦ κι ὁ πύργος τῆς σφήγκας μὲ τὶς πολλὲς πολεμίστρες,
στὴν ἴδια ἐλιὰ τὸ τσόφλι τοῦ περσινοῦ τζίτζικα κ᾿ ἡ φωνὴ τοῦ φετεινοῦ τζίτζικα,
στὰ σκοῖνα ὁ ἴσκιος σου ποὺ σὲ παίρνει ἀπὸ πίσω σὰ σκυλὶ ἀμίλητο, πολὺ βασανισμένο,
πιστὸ σκυλὶ - τὰ μεσημέρια κάθεται δίπλα στὸ χωματένιον ὕπνο σου μυρίζοντας τὶς πικροδάφνες
τὰ βράδια κουλουριάζεται στὰ πόδια σου κοιτάζοντας ἕνα ἄστρο.

Εἶναι μία σιγαλιὰ ἀπὸ ἀχλάδια ποὺ μεγαλώνουνε στὰ σκέλια τοῦ καλοκαιριοῦ
μία νύστα ἀπὸ νερὸ ποὺ χαζεύει στὶς ρίζες τῆς χαρουπιᾶς -
ἡ ἄνοιξη ἔχει τρία ὀρφανὰ κοιμισμένα στὴν ποδιά της
ἕναν ἀϊτὸ μισοπεθαμένο στὰ μάτια της
καὶ κεῖ ψηλὰ πίσω ἀπὸ τὸ πευκόδασο
στεγνώνει τὸ ξωκκλήσι τοῦ Ἅη-Γιαννιοῦ τοῦ Νηστευτῆ
σὰν ἄσπρη κουτσουλιὰ τοῦ σπουργιτιοῦ σ᾿ ἕνα πλατὺ φύλλο μουριᾶς ποὺ τὴν ξεραίνει ἡ κάψα.

Ἐτοῦτος ὁ τσοπάνος τυλιγμένος τὴν προβιά του
ἔχει σὲ κάθε τρίχα τοῦ κορμιοῦ ἕνα στεγνὸ ποτάμι
ἔχει ἕνα δάσος βελανιδιὲς σὲ κάθε τρῦπα τῆς φλογέρας του
καὶ τὸ ραβδί του ἔχει τοὺς ἴδιους ρόζους μὲ τὸ κουπὶ ποὺ πρωτοχτύπησε τὸ γαλάζιο του Ἑλλήσποντου.

Δὲ χρειάζεται νὰ θυμηθεῖς. Ἡ φλέβα τοῦ πλάτανου
ἔχει τὸ αἷμα σου. Καὶ τὸ σπερδοῦκλι τοῦ νησιοῦ κ᾿ ἡ κάπαρη.
Τὸ ἀμίλητο πηγάδι ἀνεβάζει στὸ καταμεσήμερο
μία στρογγυλὴ φωνὴ ἀπὸ μαῦρο γυαλὶ κι ἀπὸ ἄσπρο ἄνεμο
στρογγυλὴ σὰν τὰ παλιὰ πιθάρια - ἡ ἴδια πανάρχαιη φωνή.
Κάθε νύχτα τὸ φεγγάρι ἀναποδογυρίζει τοὺς σκοτωμένους
ψάχνει τὰ πρόσωπά τους μὲ παγωμένα δάχτυλα νὰ βρεῖ τὸ γιό του
ἀπ᾿ τὴν κοψιὰ τοῦ σαγονιοῦ κι ἀπ᾿ τὰ πέτρινα φρύδια,
ψάχνει τὶς τσέπες τους. Πάντα κάτι θὰ βρεῖ. Κάτι βρίσκουμε.
Ἕνα κλειδί, ἕνα γράμμα, ἕνα ρολόι σταματημένο στὶς ἑφτά. Κουρντίζουμε πάλι τὸ ρολόι. Περπατᾶνε οἱ ὧρες.

Ὅταν μεθαύριο λυώσουνε τὰ ροῦχα τους καὶ μείνουνε γυμνοὶ ἀνάμεσα στὰ στρατιωτικὰ κουμπιά τους
ἔτσι ποὺ μένουν τὰ κομμάτια τ᾿ οὐρανοῦ ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ καλοκαιριάτικα ἄστρα
τότε μπορεῖ νὰ βροῦμε τ᾿ ὄνομά τους καὶ μπορεῖ νὰ τὸ φωνάξουμε: ἀγαπῶ.
Τότε. Μὰ πάλι αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι λιγάκι σὰν πολὺ μακρινά.
Εἶναι λιγάκι σὰν πολὺ κοντινά, σὰν ὅταν πιάνεις στὸ σκοτάδι ἕνα χέρι καὶ λὲς καλησπέρα
μὲ τὴν πικρὴ καλογνωμιὰ τοῦ ξενητεμένου ὅταν γυρνάει στὸ πατρικό του
καὶ δὲν τὸν γνωρίζουνε μήτε οἱ δικοί του, γιατὶ αὐτὸς ἔχει γνωρίσει τὸ θάνατο
κ᾿ ἔχει γνωρίσει τὴ ζωὴ πρὶν ἀπ᾿ τὴ ζωὴ καὶ πάνου ἀπὸ τὸ θάνατο
καὶ τοὺς γνωρίζει. Δὲν πικραίνεται. Αὔριο, λέει. Κ᾿ εἶναι σίγουρος
πῶς ὁ δρόμος ὁ πιὸ μακρινὸς εἶναι ὁ πιὸ κοντινὸς στὴν καρδιὰ τοῦ Θεοῦ.
Καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὸ φεγγάρι τὸν φιλάει στὸ λαιμὸ μὲ κάποια στεναχώρια,
τινάζοντας τὴ στάχτη τοῦ τσιγάρου του ἀπ᾿ τὰ κάγκελα τοῦ μπαλκονιοῦ, μπορεῖ νὰ κλάψει ἀπὸ τὴ σιγουριά του
μπορεῖ νὰ κλάψει ἀπὸ τὴ σιγουριὰ τῶν δέντρων καὶ τῶν ἄστρων καὶ τῶν ἀδελφῶν.