Free Shoutcast HostingRadio Stream Hosting

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Μεθυσμένα Ξωτικά-Πάγωσε η τσιμινιέρα






http://www.methismenaxotika.gr/cd_psiristiki.html

Πάγωσε η τσιμινιέρα

Πάγωσ' η τσιμινιέρα κι απ' έξω από την πύλη εργάτες μαζεμένοι συζητάνε. Προχώρησε η μέρα με δαγκωμένα χείλη σηκώνουν τα πανό και ξεκινάνε.
Πέντε καμιόνια στείλαν στου φεγγαριού τη χάση και γύρισαν γεμάτα απεργοσπάστες. Γεμάτα ξαναφύγαν κανείς δε θα περάσει κάλλιο να πάμε όλοι μετανάστες.
Πέρασε ένας μήνας οι μηχανές σκουριάζουν και τα παιδιά κρυώνουν και πεινάνε. Στους δρόμους της Αθήνας φέιγ βολάν μοιράζουν εργάτες κι υποστήριξη ζητάνε.




Τσιμινιέρα τελικά λέγεται η καπνοδόχος, το φουγάρο. Εργοστασίου στην προκειμένη περίπτωση εφόσον μιλάμε για εργάτες που κάνουν συνέλευση και ξεκινάνε διαδήλωση έξω απ' την πύλη του. Για να παγώσει θα πρέπει να μην λειτουργεί (απλή φυσική) και για να μην λειτουργεί ένα πράγμα παίζει, ΑΠΕΡΓΙΑ. Το ξεκίνημα αυτού του τραγουδιού είναι πασίγνωστο και φοβερό σαν εικόνα (και αρκετά Oi), αλλά κάτι μου λέει ότι όπως και για μένα όταν το άκουγα πιτσιρικάς, έτσι και για άλλους θα' ναι αρκετά παρεξηγημένο. Και αυτή η παρεξήγηση τώρα που το ξανασκέφτομαι ίσως να' χει και μια βαθύτερη αιτία. Ακούγοντας λοιπόν πως «πάγωσ' η τσιμινιέρα» (chimney) και στα καπάκια τη λέξη «απ'έξω», με τη φαντασία μου μετέφραζα «τζαμαρία», και πρώιμα (αλλά καθόλου λανθασμένα) προκατειλημμένος απέναντι στον νταλάρα, βιαζόμουν να σκεφτώ πως αυτή η φλωρόφατσα πάλι μελό μαλακίες τραγουδάει κι έτσι η συνέχεια του κομματιού καιγότανε. 'Από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια'. Η μέγιστη επιβεβαίωση της παιδικής μου διορατικότητας για τον νταλάρα υπήρξε καταλυτική για τη σχέση μου με το συγκεκριμένο κομμάτι για πολλά χρόνια. Κατά τη διάρκεια μιας απεργιακής κινητοποίησης στην οποία συμμετείχα στο κέντρο της Αθήνας, τα ομολογουμένως γραφικά ηχεία που μπλέκουν αυτά τα 'ost' με 'χαιρετισμούς' εργατοπατέρων υπήρξαν υπαίτια για την αναθεώρησή μου. Το δεύτερο 6στιχο με βάρεσε στο δόξα πατρί. Την ώρα που χάνεται το φεγγάρι και δίνει τη σκυτάλη στον ήλιο, εκείνη την ώρα που υπό 'φυσιολογικές' συνθήκες οι εργάτες θα ξεκίναγαν για άλλες 8 (στην καλύτερη) χαμένες ώρες, τα αφεντικά στέλνουν πέντε φορτηγά να φέρουν απεργοσπάστες, προκειμένου να ξεκινήσει η παραγωγή. Αυτό το σιχαμένο είδος ανθρώπου, πρόθυμο να πατήσει επί πτωμάτων προκειμένου να επιβιώσει, ανίκανο ούτως ή άλλως να ζήσει πραγματικά, βρίσκει απέναντί του μια ομάδα ανυποχώρητων, αποφασισμένων και απόλυτα αλληλέγγυων μεταξύ τους εργατών. Οι απεργοί δηλώνουν έτοιμοι να χάσουν τη δουλειά τους και να ξενιτευτούν απ' το να σκύψουν ξανά το κεφάλι ηττημένοι μπροστά στα αφεντικά τους. Το τρίτο και τελευταίο 6στιχο περιγράφει το κρίσιμο στάδιο κάθε απεργιακής κινητοποίησης. Την κορύφωση. Εκεί που η ζημιά για το αφεντικό αρχίζει να παίρνει τσουχτερές διαστάσεις και να λειτουργεί πραγματικά εκβιαστικά. Εκεί που η κούραση και η έλλειψη οικονομικών πόρων για τους απεργούς και τις οικογένειες τους γίνεται κυριολεκτικά ζήτημα επιβίωσης. Εκεί που παίζεται πλέον το πιο σκληρό ταξικό μπράντεφερ, η στάση της υπόλοιπης κοινωνίας είναι που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα. Κι ενώ αυτή η κερδοφόρα συμμαχία θα' ταν λογικά αυτονόητη για τους εργάτες, η συκοφάντηση των αγώνων, το θέαμα, το 'διαίρει και βασίλευε', το συνολικό και εξατομικευμένο κυνήγι της επιβίωσης ή και της 'πολυτέλειας' γέρνουν συχνά και ανορθόδοξα την πλάστιγγα προς την πλευρά των αφεντικών. Κι έτσι οι εργάτες βρίσκονται συχνά απομονωμένοι και αδύναμοι απέναντι στην κυριαρχία του αφεντικού, που έχει να χάσει απλά κάποια επιπλέον κέρδη και όχι την ίδια του τη ζωή.
Ανήκει στην κατηγορία 'τα κάλαντα της επετείου' όπως το τραγούδι της πρώτης 'ψυριστικής' και στην κατηγορία 'προϊόν ικανού παρατηρητή' (Φώντας Λάδης) όπως αυτό της δεύτερης. Εδώ όμως συναντάμε μια καινούργια, την 'ξεπουλημένοι' ή 'κρυφοί' ή 'παρεξηγημένοι – υπερτιμημένοι καλλιτέχνες'. Βλέπε νταλάρες, νιόνιους, μίκηδες. Κάποιοι που πίστεψαν κάποτε σε έναν ελεύθερο κόσμο και τον έντυσαν (όμορφα κατ' εμέ) με λόγια και με νότες. Απαρνήθηκαν στην πράξη το έργο τους και συντηρητικοποιήθηκαν επιβεβαιώνοντας με το χειρότερο τρόπο πως «ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός». Και κάποιοι που εξ' αρχής απλά στήριξαν την καριέρα τους σε αυτό που πούλαγε (στην επανάσταση), προσκολλημένοι σε εξουσιαστικούς μηχανισμούς (κόμματα, 'σοσιαλιστικές' και μη κυβερνήσεις κλπ). Προωθήθηκαν από αυτούς τους μηχανισμούς και έγιναν 'ονόματα', ακριβώς γιατί δεν είχαν προσωπική πολιτική βούληση. Τοποθετημένα φερέφωνα που εξυπηρέτησαν και εξυπηρετήθηκαν. Δούρειος Ίππος της εξουσίας και οι μεν και οι δε, όπως είναι στις μέρες μας ο Λαζόπουλος, παρ' όλα τα 'αγνά' κίνητρα του. Η εξουσία θέλει κάποιους να την βρίζουν. Κάποιους που όταν την υπερασπιστούν ο λαός θα τους πιστέψει. Σε μουσική Μάνου Λοΐζου, κυκλοφόρησε το 1976 στο δίσκο 'Τα δικά μας τραγούδια'. Η πρώιμη τότε 'δημοκρατία' επιβεβαίωνε την μόνο κατ' όνομα και για λόγους διπλωματικής τακτικής αλλαγή του πολιτεύματος, απαγορεύοντας την αναμετάδοση σχεδόν όλου του δίσκου απ' τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα. Ο Λοΐζος είχε απαντήσει στην απαγόρευση παρουσιάζοντας τα τραγούδια σε μια θρυλική συναυλία στο γήπεδο της Νέας Σμύρνης. Εκείνη την εποχή, η 'δημοκρατική' κυβέρνηση κλήθηκε να καλοπιάσει τα εξεγερμένα κοινωνικά κομμάτια και να διαχειριστεί την ακατάπαυστη μετεμφυλιακή σύγκρουση. Έτσι, αρχικά, νομιμοποιείται ο συνδικαλισμός και επέρχεται γενικότερα ένας φαινομενικός εκδημοκρατισμός. Οι πολιτικοί εξόριστοι επιστρέφουν στην ελλάδα κουβαλώντας μαζί τους ιδέες και εμπειρίες των ευρωπαϊκών κινημάτων (Μάης '68, ιταλική εργατική αυτονομία) και γίνεται το 'ΕΛΑ' να δεις.. Η επίσημη αριστερά είχε δείξει τα όριά της προ επταετίας, όταν αναλωνόταν σε μπακαλίστικες αναλύσεις εφησυχασμού σχετικά με το δικτατορικό ενδεχόμενο, έχοντας ωστόσο έτοιμα τα βαλιτσάκια για την εξορία όταν ήρθε η ώρα να 'συνεργαστεί'. Μαζί με πολλούς γνωστούς στις αρχές για τη δράση τους, που από την σχεδόν σίγουρη φυλάκιση επέλεξαν την αυτοεξορία και τη συνέχιση του αγώνα από το εξωτερικό με όποιο τρόπο μπορούσαν, υπήρξαν και πολλοί διανοούμενοι - καλλιτέχνες που έκριναν πως ήταν καλή περίοδος για 'erasmus'. Έπραξαν αναλόγως, εγκαταλείποντας την αφιλόξενη ελλάδα και αφήνοντας τον 'απλό λαό', τα 'αουτσάιντερ', να βγάλουν το φίδι απ' την τρύπα.
Η ακομμάτιστη, συγκρουσιακή και άμεση δράση στους χώρους δουλειάς, εκπαίδευσης και παντού ρίχνει τη χούντα και συνεχίζει με νέα ορμή τον αγώνα. Σε συνδυασμό με την αύξηση των εργοστασίων, την αυτοματοποίηση στην παραγωγή και την εσωτερική μετανάστευση, οι νέοι εργάτες βιώνουν μια καταπίεση που δεν συμβάδιζε με τα όνειρά τους. Από αγρότες(οι περισσότεροι) βαφτίζονται ανειδίκευτοι και είναι αρνητικοί απέναντι σε μια ρουτινιάρικη δουλειά (όπως όλοι). Είναι κάποιες εκατοντάδες σε κάθε εργοστάσιο και έχουν ζήσει την ήττα ενός στρατιωτικού καθεστώτος από κάποιες εκατοντάδες σε ένα πανεπιστήμιο. Η απαίτηση του αφεντικού να ασκεί εξουσία, μόνο γέλιο, οργή και όρεξη για δράση μπορούσε να τους προκαλέσει. Κι έτσι οργανώνονται για πρώτη φορά σε επίπεδο εργοστασίου και όχι κλάδου όπως ήταν μέχρι τότε. Ενώνουν δηλαδή τις δυνάμεις τους ως αγωνιζόμενοι εργάτες και όχι ως ηλεκτρολόγοι, λογιστές κλπ, διαχωρισμένοι και εύκολα διαχειρίσιμοι από τα αφεντικά και τους εργατοπατέρες. Αγωνίζονται αυτόνομα αλλά αλληλέγγυα με άλλα εργοστασιακά σωματεία, προτείνοντας έμπρακτα ένα συνολικότερο μοντέλο (αυτό)οργάνωσης της κοινωνίας. Απευθύνονται σε αυτήν και την καλούν να συμμετάσχει στον αγώνα βρίσκοντας μεγάλη ανταπόκριση. Δεν προδίδουν τη στήριξη αυτή για μερικά ψίχουλα. Μετά από πολλούς μήνες, σε πολλές περιπτώσεις αποφασίζουν να γυρίσουν στη δουλειά έχοντας αποσπάσει μεγάλες νίκες απέναντι στα αφεντικά.
Η 'δημοκρατία' τα χρειάστηκε πραγματικά και ξανάβγαλε τις αύρες στους δρόμους ενάντια στους 'προβοκάτορες' (τιμημένο κκε..) οικοδόμους και τα πύρινα οδοφράγματά τους. Πήρε πίσω το συνδικαλιστικό δικαίωμα με το νόμο 330 του '76 θέτοντας ασφυκτικούς περιορισμούς σε κάθε απεργιακή δραστηριότητα, ακόμα κι αν αυτή αφορούσε τη διεκδίκηση στενά οικονομικών αιτημάτων. Το κεφάλαιο αντεπιτέθηκε. 15.000 συνδικαλιστές απολύθηκαν και το κίνημα άρχισε να περνά στην άμυνα αιτούμενο πλέον επαναπροσλήψεις. Η 'κοινωνία' στήριξε σε ένα βαθμό την εργατική εξέγερση, χωρίς να την αγκαλιάσει στο βαθμό που θα την έκανε ευρύτερα κοινωνική και πραγματικά νικηφόρα. Η συνέχεια είναι γνωστή και λίγο πολύ αναμενόμενη και ιστορικά αποδεδειγμένη. Η ήττα δυστυχώς δεν οδήγησε σε ανασύνταξη και αποτελεσματικότερη αντεπίθεση. (βλέπε editorial #3).
Και φτάνουμε στο σήμερα..
Η τσιμινιέρα καπνίζει ασταμάτητα και κάθε τόσο καταπίνει 'άτυχες' ανθρώπινες ζωές. Αυτό που έχει παγώσει αλλά δεν έχει ξεχαστεί, είναι η 'ΥΠΟΘΕΣΗ'. Όπως και η φιγούρα του απεργοσπάστη ή του χωροφύλακα, που παρ' όλες τις προσπάθειες να πείσουν πως πρόκειται για ανθρώπους, δεν έχουν πάψει να αντιμετωπίζονται σαν σκουλήκια. Όσο για τους έλληνες που κάποτε νιώθαν οι ίδιοι εν δυνάμει μετανάστες, σήμερα 'φιλοξενούν' άλλους και στραβώνουν με την πάρτη τους και την 'αμορφωσιά' τους. Ο κόσμος έχει δει πως ξεπουλιούνται οι 'αγωνισταράδες'. Οι κινητοποιήσεις έχοντας στενά συντεχνιακό, καθοδηγούμενο και ψηφοθηρικό χαρακτήρα, έχουν καταντήσει επαιτειακές και ως τέτοιες, μόνο υπομονετικά τις αντιμετωπίζει. Οι εγαζόμενοι στην καθαριότητα π.χ. αφήνουν κάθε χρόνο τους κάδους να ξεχειλίσουν και ξαναγυρνάνε στην δουλειά χωρίς να έχουν κερδίσει τίποτα πέρα από την κοινωνική κατακραυγή. Όταν ένας αγώνας ξεκινάει με ημερομηνία λήξης και ειδικά όταν αυτή συνδέεται με την αποπληρωμή της επόμενης δόσης ενός καταναλωτικού δανείου, τότε είναι άξιος της μοίρας του και ανάξιος οποιασδήποτε στήριξης. Το θέαμα φυσικά είναι πανταχού παρόν και.. την καύση των χλωρών με τα των ξερών εκπληρόν. Η εκμετάλλευση απ' την άλλη έχει γίνει πιο απρόσωπη και 'φιλική'. Το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου παράγεται από μικροεπιχειρηματίες που υπεραπασχολούν ανασφάλιστους και κακοπληρωμένους εργάτες ζητώντας και αποσπώντας (λόγω αναλωσιμότητας) την κατανόηση τους. Σ' αυτό το επίπεδο γίνονται προσπάθειες οργάνωσης και ενδυνάμωσης της μειονεκτικής σχέσης (ως και 1-1) του εργαζόμενου απέναντι στο αφεντικό με την δημιουργία πρωτοβάθμιων ακηδεμόνευτων σωματείων. Με αυτά και με τ' άλλα έχει αρχίσει να επέρχεται στον κόσμο μια 'μη συνειδητή συνειδητοποίηση' των βαθύτερων κοινωνικών αναγκών του. Ξέρει πως μερικά ψίχουλα δε θα του λύσουν το πρόβλημα και αρνείται να ζητιανέψει φτάνοντας βέβαια πολλές φορές στο σημείο της παραίτησης. Αποδέχεται την εργασία σαν μια ούτως ή άλλως εκμεταλλευτική σχέση στα πλαίσια του καπιταλισμού την οποία υπομένει για λόγους επιβίωσης κι επιλέγει τελικά να αγωνιστεί για την ποιότητα των υπόλοιπων ωρών της ζωής του. Εξ' ου και η ελπιδοφόρα αυξανόμενη ενασχόληση του με τα πάρκα, με την αυτοοργάνωση της ψυχαγωγίας του και της γειτονιάς του κλπ. Στόχος βέβαια είναι μέσα από αυτές τις διαδικασίες η αυτοοργάνωση να γίνει ξανά ο 'έμφυτος' τρόπος οργάνωσης και να περάσει και στα μέσα παραγωγής προκειμένου να γίνει καθολικός. Από τα εργοστασιακά σωματεία, όπου το μέγεθος της επιχείρησης το επιτρέπει, και τα πρωτοβάθμια όπου δεν, τα εργατικά κέντρα σε κάθε γειτονιά και τη σύνδεσή τους με τα κινήματα πόλης μέχρι τη 'δραστήρια' άρνηση εργασίας, τίποτα δεν μπορεί να ειδωθεί ανταγωνιστικά ούτε τελεσίδικα. Πρόκειται για σχέσεις γόνιμης αλληλεπίδρασης που θα μας πάνε παραπέρα, μακριά πάντα από πολιτικάντηδες και μικροπολιτικά συμφέροντα. Ο τρόπος που ο καθένας επιλέγει να αγωνιστεί δεν γίνεται να 'ναι προϊόν πολιτικής προσταγής, αλλά έκφρασης της προσωπικής του βούλησης και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του, όπως αυτά διαμορφώνονται στα πλαίσια του κοινωνικού συνόλου.
Για να δούμε τι θα δούμε..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου